Παρασκευή 24 Μαΐου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ - ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ - ΟΜΙΛΙΑ - ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟ

Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως
«Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι».
Τρίτη Κυριακή των νηστειών σήμερα και η Εκκλησία μας τοποθετεί τον τίμιο σταυρό ως οδηγό, στήριγμα και πυξίδα στο δρόμο μας. Το σημείο του σταυρού, που από όπλο καταδίκης και κατάρας, γίνεται με τη θυσία του Χριστού, όπλο κατά των δαιμόνων, νίκη κατά του θανάτου και μέσο σωτηρίας των ανθρώπων. Αν κάποιος δεν περάσει από τον σταυρό δεν θα μπορέσει να φτάσει στην ανάσταση. Όρισε, ακριβώς, η Εκκλησία μας να εορτάζουμε τον τίμιο σταυρό στο μέσο περίπου της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, για να αντλούμε δύναμη και κουράγιο στον της νηστείας και των αρετών αγώνα μας.

Η σημερινή ευαγγελική περικοπή έχει πολλά να μας διδάξει. Θα σταθούμε, όμως, σε τρία σημεία εμβαθύνοντας στα νοήματά τους.

-«Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν» μας λέγει ο Κύριος. Και απευθύνει την πρόσκλησή του σε όλους, εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια. Δεν έχει νόημα η σωτηρία, χωρίς την ελεύθερη βούληση του καθενός μας. Η σωτηρία δεν είναι αποτέλεσμα εξαναγκασμού και βίας, αλλά ελεύθερης και αβίαστης συγκατάθεσής μας. «Ο Θεός θέλει πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» μας λέγει αλλού η Αγία Γραφή. Ο Θεός θέλει και ζητά τη σωτηρία του καθενός ξεχωριστά, δεν μπορεί όμως να παραβιάσει την ελευθερία μας. Αν γινόταν αυτό τότε θα κατέστρεφε το “κατ’ εικόνα” του ανθρώπου. Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε “κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση” του Θεού. Κύριο χαρακτηριστικό του Θεού που δόθηκε και στον άνθρωπο είναι η ελευθερία, το αυτεξούσιο. Δεν μπορεί ο Θεός να έρθει και να το αφαιρέσει κάνοντας τον άνθρωπο άβουλο. Μόνο ο άνθρωπος, σε αντίθεση με όλο το ζωικό βασίλειο, έχει αυτό ο προνόμιο της ελευθερίας. Μας παραθέτει ο Κύριος την διδασκαλία Του, τους λόγους Του και μας καλεί “όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν”. Όποιος θέλει να με ακολουθήσει είναι ελεύθερος. Αν δεν με ακολουθήσει, όμως, θα είναι υπεύθυνος για τις συνέπειες της πράξης του.

Σύμφωνα με την διδασκαλία της Εκκλησίας μας υπάρχουν τρεις τάξεις ανθρώπων. Στην πρώτη είναι αυτοί που αγαπούν τον Θεό και τηρούν τις εντολές Του από φόβο μήπως τιμωρηθούν. Αυτοί είναι οι δούλοι. Στη δεύτερη τάξη είναι αυτοί που αγαπούν τον Θεό και τηρούν τις εντολές Του γιατί ελπίζουν σε ανταπόδοση. Αυτοί είναι οι μισθωτοί. Τέλος υπάρχει και μία τελευταία τάξη στην οποία ανήκουν αυτοί που αγαπούν τον Θεό και τηρούν τα προστάγματά Του από ανιδιοτελή αγάπη. Αυτοί είναι οι ελεύθεροι. Τέτοια πρέπει να είναι η αγάπη του σωστού Χριστιανού προς τον Θεό. Αγάπη χωρίς φόβο. Ελεύθερα και χωρίς ιδιοτέλεια πρέπει να αγαπά κάποιος τον δημιουργό του.

-”Απαρνησάσθω εαυτόν”. Σύμφωνα με τα λόγια του Χριστού πρέπει να απαρνηθούμε τον κακό εαυτό μας, τα πάθη μας, τις αμαρτωλές επιθυμίες μας, μα πάνω από όλα, τον εγωισμό και τη φιλαυτία μας. Ο άνθρωπος καλείται να ταπεινωθεί μπροστά στο θέλημα του Θεού, να απαλλαγεί από το κάθε εγώ του και να κάνει υπακοή στον Θεό. Η υπακοή, κατά τους Πατέρες, είναι πηγή όλων των δωρεών και όλων των χαρισμάτων. Αυτός που απαλλάγηκε από το δικό του εγώ και ακολουθεί τις εντολές του Θεού δεν σκλαβώνεται από αυτές αλλά ελευθερώνεται από τα δεσμά των παθών. Πρέπει να απαρνηθούμε οτιδήποτε μπαίνει εμπόδιο στο δρόμο μας και που γίνεται αιτία χωρισμού από τον Θεό.

Στην Κλίμακα του αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου διαβάζομε ότι κανείς δεν στεφανώνεται από τον Θεό αν πρώτα δεν κάνει τις τρεις αποταγές: πρώτα όλων των πραγμάτων του κόσμου, δεύτερον του ιδίου θελήματος και τρίτον της κενοδοξίας.

Φαντάζει δύσκολο, σήμερα, το εγχείρημα του “Απαρνησάσθω εαυτόν” από τον άνθρωπο της καταναλωτικής κοινωνίας, τον άνθρωπο της πλεονεξίας,τον άνθρωπο που θεοποιεί την ύλη και την λατρεύει, τον άνθρωπο που μοναδική σκέψη του είναι πως να κυριαρχήσει πάνω στους συνανθρώπους του. Δεν υπάρχει, όμως, άλλη διέξοδος στα αδιέξοδα που δημιουργούνται. Τον δρόμο μάς τον δείχνει ο ίδιος ο Κύριος. Με την απάρνηση του εαυτού μας θα μπορούμε ανάλαφροι να ακολουθήσουμε τον Χριστό, ο οποίος και θα είναι συμπαραστάτης στον αγώνα μας.

-”Αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι”. Καταλήγουμε τέλος στον σταυρό που τιμούμε σήμερα. Μας καλεί ο Κύριος να πάρουμε στους ώμους μας τον δικό μας σταυρό και να Τον ακολουθούμε. Η χριστιανική ζωή δεν είναι ζωή καλοπέρασης αλλά αγώνα. Η πρόσκαιρη αυτή ζωή μας είναι στάδιο προετοιμασίας και ο χριστιανός καλείται μέσα από τους ονειδισμούς, τα χλευάσματα και μειδιάματα των ανθρώπων να πορεύεται. Καλείται να υπομένει αγόγγυστα τους πόνους και τις θλίψεις της ζωής, πολλές φορές και την περιφρόνηση των άλλων. Αλλά, σύμφωνα και με την υμνολογία της Εκκλησίας, μας “οι νομίμως αθλούντες δικαίως στεφανούνται”. Αυτοί που ελεύθερα θα ακολουθήσουν τον Χριστό και τα βήματα του και θα αγωνισθούν σύμφωνα με τους νόμους του, θα στεφανωθούν.

Ο Χριστός δεν μας δίνει ένα κατάλογο από επαχθείς εντολές και νουθεσίες για να τις ακολουθούμε, ούτε μας φορτώνει με φορτία δυσβάσταχτα που να μην μπορούμε να τα σηκώσουμε. Μας λέγει απλώς να Τον ακολουθήσουμε στον δρόμο που ο ίδιος χάραξε και βάδισε πρώτος. Και αλλού ο απόστολος Παύλος μας λέγει ότι, ο Χριστός ομοιώθηκε κατά πάντα με μάς και μπορεί να καταλάβει τις δυνάμεις και αδυναμίες μας. Μπορεί ακόμη να καταλάβει και τους πειρασμούς μας, αφού και ο ίδιος έχει πειραχθεί από τον διάβολο.

Ας αντλούμε λοιπόν δύναμη από τον Σταυρό του Χριστού και ας θυμόμαστε τον Άγιο και ισαπόστολο Κωνσταντίνο ο οποίος είδε σε όραμα τον τίμιο Σταυρό στον ουρανό με την επιγραφή “Εν τούτω νίκα”. Ο σταυρός θα είναι όπλο για μας και νίκη κατά των παθών μας. Όπλο κατά των επιβουλών του διαβόλου αλλά και όπλο ενίσχυσης στον αγώνα μας. Ο σταυρός είναι η αρχή. Είναι το μέσο που θα μας φέρει στην ανάσταση.

Αρχιμανδρίτης Τυχικός- Mητρόπολη Πάφου


Πηγή: kantonopou’s blog

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

Oμιλία εις τον Ευαγγελισμόν ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ



1. Πάλι σήμερα έχουμε χαρμόσυνες ειδήσεις, πάλι έχουμε μηνύματα ελευθερίας, πάλι έχουμε μια ανάκληση από την πτώση και μια επάνοδο στη ζωή, μια υπόσχεση ευφροσύνης και μια απαλλαγή από τη δουλεία. Ένας άγγελος συνομιλεί με την Παρθένο, για να μην ξαναμιλήσει ο διάβολος με γυναίκα. Λέει η Γραφή· «Τον έκτο μήνα της εγκυμοσύνης της Ελισάβετ στάλθηκε από τον Θεό ο άγγελος Γαβριήλ σε μια παρθένο, που ήταν μνηστευμένη με έναν άνδρα». Στάλθηκε ο Γαβριήλ, για να αποκαλύψει την παγκόσμια σωτηρία των ανθρώπων. Στάλθηκε ο Γαβριήλ, να φέρει στον Αδάμ τη βέβαιη αποκατάστασή του. Στάλθηκε ο Γαβριήλ, στην παρθένο, για να μεταβάλει την ατιμία του γυναικείου φίλου σε τιμή. Στάλθηκε ο Γαβριήλ, για να προετοιμάσει τον νυμφικό θάλαμο, ώστε να είναι αντάξιος για τον αμόλυντο Νυμφίο. Στάλθηκε ο Γαβριήλ, για να συντελέσει να νυμφευθεί το πλάσμα με τον πλάστη. Στάλθηκε ο Γαβριήλ, στο έμψυχο παλάτι του βασιλιά των αγγέλων. Στάλθηκε ο Γαβριήλ στην παρθένο που ήταν αρραβωνιασμένη με τον Ιωσήφ, αλλά που προοριζόταν για τον Ιησού, τον Υιό του Θεού. Στάλθηκε ο ασώματος δούλος σε αμόλυντη παρθένο. Στάλθηκε ο χωρίς αμαρτίες σ’ αυτήν που δεν θα γνώριζε τη φθορά. Στάλθηκε ο λύχνος, για να αναγγείλει τον ήλιο της δικαιοσύνης. Στάλθηκε ο όρθρος, που έρχεται πριν από το φως της ημέρας. Στάλθηκε ο Γαβριήλ, για να διαλαλήσει αυτόν που βρίσκεται στους κόλπους του Πατέρα και στην αγκαλιά της μητέρας. Στάλθηκε ο Γαβριήλ, για να δείξει αυτόν που κάθεται σε θρόνο αλλά και σε σπηλιά. Στάλθηκε ένας στρατιώτης, για να διατυμπανίσει το μυστήριο του μεγάλου βασιλιά. Χαρακτηρίζω μυστήριο αυτό που γίνεται κατανοητό με την πίστη και δεν εξερευνάται με τη φιλομάθεια, πρόκειται για μυστήριο που είναι άξιο προσκυνήσεως και όχι σχολαστικής εξετάσεως, δηλαδή για μυστήριο που είναι αντικείμενο θεολογικής έρευνας και όχι για κάτι που υπόκειται σε ακριβή μέτρηση.
2. « Τον έκτο μήνα στάλθηκε ο Γαβριήλ στην παρθένο». Ποιόν έκτο μήνα; Ποιόν; Από τότε που η Ελισάβετ δέχθηκε το χαρμόσυνο μήνυμα, από τότε που συνέλαβε τον Ιωάννη. Από πού το συμπεραίνουμε αυτό; Το αποκαλύπτει ο ίδιος ο αρχάγγελος όταν λέει στην Παρθένο· « να, η Ελισάβετ η συγγενής σου και αυτή συνέλαβε γιο στα γεράματα της. Κι αυτός είναι ο έκτος μήνας της εγκυμοσύνης της, αυτής που θεωρούνταν στείρα». Ο έκτος μήνας λοιπόν είναι ο έκτος μήνας από τη σύλληψη του Ιωάννη. Έπρεπε λοιπόν ο στρατιώτης να φθάσει πρώτος, έπρεπε ο ακόλουθος να προηγηθεί, έπρεπε να προπορευθεί αυτός που θα αποκάλυπτε τη δεσποτική παρουσία.
«Τον έκτο μήνα στάλθηκε ο άγγελος Γαβριήλ στην Παρθένο, που ήταν αρραβωνιασμένη με έναν άνδρα», αρραβωνιασμένη όχι παντρεμένη· αρραβωνιασμένη, αλλά άθικτη. Γιατί ήταν αρραβωνιασμένη; Για να μη μάθει πολύ γρήγορα ο διάβολος το μυστήριο. Για το ότι επρόκειτο διά μέσου παρθένου να έλθει ο Βασιλιάς, αυτό το γνώριζε ο πονηρός, γιατί είχε ακούσει τις προφητείες του Ησαΐα που έλεγαν· « Να, θα συλλάβει η παρθένος και θα γεννήσει γιο». Κάθε φορά λοιπόν, όπως είναι φυσικό, εξέταζε ό,τι αναφερόταν στην παρθένο, ώστε όταν αντιληφθεί ότι ολοκληρώνεται αυτό το μυστήριο, να προετοιμάσει τις κατηγορίες του. Γι αυτό ο Δεσπότης ήλθε στη γη διά μέσου αρραβωνιασμένης, για να ξεγελάσει δηλαδή τον πονηρό, αφού αυτή όντας αρραβωνιασμένη εξασφάλιζε αυτό.
3. «Τον έκτο μήνα στάλθηκε ο άγγελος Γαβριήλ σε μια Παρθένο, που ήταν αρραβωνιασμένη με κάποιον που λεγόταν Ιωσήφ». Άκουσε, ακροατή, τι λέει ο προφήτης γι αυτόν τον άνθρωπο και γι αυτήν την παρθένο. « Θα δοθεί αυτό το κλειστό βιβλίο σε έναν άνθρωπο, που γνωρίζει γράμματα». Τι σημαίνει κλειστό βιβλίο, ή τι σημαίνει γενικά η αμόλυντη παρθένος; Από ποιους θα δοθεί; Είναι φανερό πως θα δοθεί από τους ιερείς. Σε ποιόν; Στον Ιωσήφ τον μαραγκό. Οι ιερείς λοιπόν αρραβώνιασαν τη Μαρία με τον Ιωσήφ, επειδή ήταν σώφρονας, και την έδωσαν σ’ αυτόν περιμένοντας τον καιρό του γάμου και αυτός βέβαια επρόκειτο παίρνοντάς την να φυλάξει αμόλυντη την Παρθένο. Αυτό πρίν από πολλά χρόνια ο προφήτης το προφήτεψε· « Θα δοθεί αυτό το κλειστό βιβλίο σε έναν άνθρωπο, που γνωρίζει γράμματα» και ο οποίος θα πεί· «δεν μπορώ να το διαβάσω». Γιατί Ιωσήφ δεν μπορείς; Αυτός θα απαντήσει· « Δεν μπορώ να το διαβάσω, γιατί το βιβλίο είναι κλειστό». Για ποιον φυλάγεται;«Φυλάγεται για κατοικία του Δημιουργού του σύμπαντος».
4. Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στο θέμα μας. «Τον έκτο μήνα στάλθηκε ο Γαβριήλ στη Παρθένο» και είχε πάρει περίπου τέτοιες εντολές από τον Θεό. « Έλα λοιπόν, αρχάγγελε, γίνε υπηρέτης του φοβερού και κρυμμένου μυστηρίου, εξυπηρέτησε το θαύμα. Βιάζομαι εξαιτίας της ευσπαχνίας μου να κατέβω από τον ουρανό και να αναζητήσω τον πλανεμένο Αδάμ. Η αμαρτία εξασθένησε τον άνθρωπο, που πλάσθηκε σύμφωνα με την εικόνα μου, σάπισε το δημιούργημα των χεριών μου και θάμπωσε την ομορφιά πού έπλασα. Ο λύκος κατατρώει το δημιούργημά μου, είναι έρημη η θέση του στον παράδεισο, το δένδρο της ζωής φυλάγεται από την πύρινη ρομφαία, έχει κλείσει πια ο τόπος της τρυφής. Επιθυμώ να ελεήσω τον κατατρεγμένο άνθρωπο και να συλλάβω τον εχθρό διάβολο. Επιθυμώ αυτό το μυστήριο να μην το μάθουν όλες οι ουράνιες δυνάμεις, σε σένα μονο τον εμπιστεύομαι. Πήγαινε λοιπόν στην παρθένο Μαρία. Πήγαινε στη ζωντανή πόλη, για την οποία ο προφήτης έλεγε· ” Πόλη του Θεού, δοξασμένα και εξαίσια ειπώθηκαν για σένα”. Πήγαινε στον λογικό μου παράδεισο, πήγαινε πρός την πύλη της ανατολής, πήγαινε στο άξιο κατοικητήριο του Λόγου μου, πήγαινε στον δεύτερο ουρανό που βρίσκεται πάνω στη γη, πήγαινε στο ελαφρό και ταχυκίνητο σύννεφο, πληροφόρησέ την για τη βροχή της παρουσίας μου, πήγαινε στο αγίασμα που ετοιμάστηκε για μένα, πήγαινε στον νυμφικό κοιτώνα της ενανθρωπήσεως, πήγαινε στον αμόλυντο νυμφικό κοιτώνα της κατά σάρκα γεννήσεώς μου. Μίλησε στα αυτιά της λογικής κιβωτού, προετοίμασέ τα να μ’ ακούσουν χωρίς να τα τρομάξεις, ούτε να ταράξεις την ψυχή της Παρθένου. Κόσμια εμφανίσου στον έμψυχο ναό μου, πες σ’ αυτήν πρώτα τη χαρούμενη είδηση. Εσύ πες στη Μαριάμ το ” Χαίρε Κεχαριτωμένη”, ώστε εγώ να ελεήσω την εξουθενωμένη Εύα».
5. Τ’ άκουσε αυτά ο αρχάγγελος και όπως ήταν φυσικό μονολογούσε· « Παράξενη είναι αυτή η υπόθεση, ξεπερνάει κάθε σκέψη αυτό που ειπώθηκε. Ο φοβερός στα Χερουβίμ, ο αθέατος στα Σεραφίμ, ο ακατάληπτος σ’ όλες τις ουράνιες αγγελικές δυνάμεις, υπόσχεται μια ξεχωριστή επικοινωνία στην κόρη, προμηνύει μια αυτοπρόσωπη παρουσία του, μάλλον υπόσχεται μια είσοδο διά μέσου της ακοής και βιάζεται αυτός που καταδίκασε την Εύα να δοξάσει τόσο πολύ τη θυγατέρα της; Λέει “ας ετοιμαστεί η είσοδός μου διά μέσου της ακοής”. Όμως είναι δυνατόν ανθρώπινη κοιλιά να χωρέσει τον αχώρητο; Πραγματικά αυτό το μυστήριο είναι φοβερό».
Ενώ αυτά είχε στο νου του ο άγγελος, ο Δεσπότης του λέει· «Γιατί ταράζεσαι και παραξενεύεσαι Γαβριήλ; Δεν σ’ έστειλα προηγουμένως στον ιερέα Ζαχαρία; Δεν του μετέφερες τη χαρμόσυνη είδηση της γεννήσεως του Ιωάννη; Δεν επέβαλες την τιμωρία της σιωπής στον ιερέα που δεν σε πίστεψε; Δεν καταδίκασες τον γέροντα σε αφωνία; Εσύ δεν το ανακοίνωσες κι εγώ το επικύρωσα; Δεν ακολούθησε τη χαρμόσυνη είδησή σου η πράξη; Δεν συνέλαβε η στείρα γυναίκα; Δεν υπάκουσε η μήτρα της; Δεν εξαφανίστηκε η αρρώστια της ατεκνίας; Δεν υποχώρησε η απραξία της φύσης; Τώρα δεν κυοφορεί αυτή που προηγουμένως ήταν στείρα; Μήπως για μένα τον Δημιουργό υπάρχει κάτι που είναι ακατόρθωτο; Πως λοιπόν σε κυρίεψε η αμφιβολία;».
6. Τι απάντησε ο άγγελος; « Δέσποτα, το να θεραπεύσεις τα σφάλματα της φύσης, το να ηρεμήσεις την τρικυμία των παθών των ανθρώπων, το να ανακαλέσεις στη ζωή νεκρωθέντα ανθρώπινα μέλη, το να διατάξεις τη φύση ώστε να γεννήσει μια στείρα γυναίκα, το να θεραπεύσεις τη στείρωση σε γερασμένα μέλη, το να μετασχηματίσεις ένα γερασμένο ξερό καλάμι σε χλοερό, το να κάνεις την άγονη γη ξαφνικά πηγή σπαρτών, είναι πράγματα που γίνονται πάντοτε με τη δική σου δύναμη. Μάρτυρες που αποδεικνύουν όλα τα παραπάνω είναι η Σάρρα, η Ρεβέκκα και η Άννα, οι οποίες, ενώ ήταν υποδουλωμένες στη φοβερή ασθένεια της στειρώσεως, απελευθερώθηκαν από σένα. Το να γεννήσει όμως παρθένος χωρίς τη συμμετοχή άνδρα, αυτό ξεπερνάει όλους τους νόμους της φύσης, αλλά και προαναγγέλει τη δική σου παρουσία στην κόρη. Εσένα δεν σε χωρούν τα πέρατα του ουρανού και της γης, πως θα σε χωρέσει μια παρθενική μήτρα;». Ο Δεσπότης απάντησε· « Πως με χώρεσε η σκηνή του Αβραάμ;». Ο άγγελος είπε· « Επειδή, Δέσποτα, υπήρχε ένα πέλαγος φιλοξενίας, εκεί εμφανίστηκες στον Αβραάμ, δηλαδή στη σκηνή του, που ήταν δίπλα στο δρόμο και τη ξεπέρασες, επειδή τα πάντα γεμίζει η παρουσία σου. Πώς θα φέρεις το πυρ της θεότητος στη Μαριάμ; Ο θρόνος σου φλέγεται ακτινοβολώντας από την αίγλη σου και θα μπορέσει η ευκολόκαυστη παρθένος να σε δεκτεί;».
Ο Δεσπότης λέει· « Πράγματι, αν η φωτιά στην έρημο έβλαψε τη βάτο, κατά τον ίδιο τρόπο και η παρουσία μου θα βλέψει τη Μαρία. Αν εκείνη η φωτιά, η οποία σκιαγραφούσε την παρουσία από τον ουρανό της θεϊκής φωτιάς πότιζε τη βάτο και δεν την έκαιγε, τι θα έλεγες για την αλήθεια που κατεβαίνει από τον ουρανό όχι σαν πύρινη φλόγα, αλλά σαν βροχή;».
Τότε πλέον ο άγγελος εκτέλεσε τη διαταγή που πήρε και αφού παρουσιάστηκε στην Παρθένο της είπε πανηγυρικά· «”Χαίρε, Κεχαριτωμένη, ο Κύριος είναι μαζί σου”. Ποτέ πια ο διάβολος δεν θα είναι εναντίον σου, γιατί το σημείο που πλήγωσε ο εχθρός σου προηγουμένως, σ’ αυτό πρώτα – πρώτα τώρα ο ιατρός της σωτηρίας επιθέτει το έμπλαστρο. Από εκεί όπου εμφανίστηκε ο θάνατος, από εκεί μπήκε η ζωή. Από τη γυναίκα προέρχονται όλες οι συμφορές, αλλά και από τη γυναίκα πηγάζουν όλα τα καλά. Χαίρε Κεχαριτωμένη, μη ντρέπεσαι σαν να είσαι αιτία καταδίκης. Θα γίνεις μητέρα αυτού που καταδίκασε και λύτρωσε τον άνθρωπο. Χαίρε, αμίαντη μητέρα του Νυμφίου Χριστού στην ορφανή ανθρωπότητα. Χαίρε, εσύ που καταπόντησες στη μήτρα σου τον θάνατο της μητέρας της ανθρωπότητας Εύας. Χαίρε, ο ζωντανός ναός του Θεού. Χαίρε, συ που είσαι εξίσου κατοικία ουρανού και γης. Χαίρε, ευρύχωρε τόπε της απόρρητης φύσης». Αφού όλα αυτά έτσι έχουν, εξαιτίας της ήλθε ο γιατρός για τους αρρώστους, «ο ήλιος της δικαιοσύνης, για να φωτίσει αυτούς που ζουν στο σκοτάδι», η άγκυρα για όλους τους ταλαιπωρημένους και το ασφαλισμένο λιμάνι. Γεννήθηκε ο Δεσπότης των δούλων που μισούνται αδιάλλαχτα, ο σύνδεσμος της ειρήνης, εμφανίσθηκε ο λυτρωτής των αιχμαλώτων δούλων, η ειρήνη αυτών που βρίσκονται σε πόλεμο. « Αυτός βέβαια είναι η ειρήνη μας», την οποία ειρήνη μακάρι να απολαύσουμε όλοι μας με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα, τιμή και δύναμη τώρα και πάντοτε και σ’ όλους τους αιώνες. Αμήν.
( Δημητρίου Γ. Τσάμη, ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΟΝ, τ. β΄, Εκδ. ΛΥΔΙΑ, Θεσ/κη 2000, σ. 178- 191).
  • Σάββατο, 19 Μαρτίου 2011

Πέμπτη 9 Μαΐου 2013

ΟΔΗΓΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑ- MONH GRHGORIOY

ΟΔΗΓΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑ
ΤΟ ΝΕΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΠΟΥΔΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ
Τό νέο Πρόγραμμα Σπουδῶν
σέ ἀντορθόδοξη προοπτική.
πιλοτική ἐφαρμογή τοῦ νέου Προγράμματος Σπου­δῶν γιά τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν κατά τό σχο­λικό ἔτος 2011-2012 δημιουργεῖ δικαιολογημένα ἀν­τι­δρά­σεις. Τό νέο μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν δέν ἔ­χει πιά Ὀρθόδοξο Χριστιανικό χαρακτῆρα, δέν βοηθεῖ τούς μα­θητάς νά γνωρίσουν τήν Χριστιανική τους Πί­στι, δέν οἰ­κο­δο­μεῖ τήν θρησκευτική, τήν ἐθνική καί τήν πολι­τι­σμι­κή ταυτότητα τῶν ἑλληνοπαίδων.
Θεολόγοι καί ἄλλοι ἐπιστήμονες, πού ἐκπροσωποῦν θεολογικούς καί ἐκπαιδευτικούς φορεῖς, ἀγωνιοῦν καί διαμαρτύρονται ἐπί δεκαετίες τόσο γιά τήν ἐνδεχόμενη κατάργησι τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν στήν δη­μό­σια ἐκπαίδευσι ὅσο καί γιά τήν μετατροπή του σέ θρη­σκειολογικό. Ὑπάρχουν θαυμάσιες καί ἐμπε­ρι­στα­τω­μέ­νες ἀναλύσεις. Γιά τό ἴδιο θέμα καί ἡ Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἐκφράζουσα τήν διαχρονική αὐ­το­συν­ει­δησία τοῦ ἑλληνορθοδόξου Γένους μας, δια­μαρ­τυ­ρή­θη­κε μέ ἐπιστολή της (28/12/2010 - 10/1/2011) πρός τήν τότε Ὑπουργό Παιδείας καί ἐτό­νι­σε ὅτι τό μά­θη­μα τῶν Θρησκευτικῶν δέν πρέπει νά ἀπο­κτή­σῃ χα­ρα­κτῆ­ρα διαθρησκειακό, ἀλλά νά ἔχῃ χα­ρα­κτῆ­ρα Ὀρ­θό­δο­ξο.
Τά παιδαγωγικά καί θεολογικά
χαρακτηριστικά του.
Προσφάτως (μέ ἡμερομηνία 4 Ἰουλίου 2012) τό «Ὑπό­μνημα» τοῦ κ. Ἡρακλῆ Ρεράκη, Καθηγητοῦ τῆς Παι­δα­γω­γικῆς – Χριστιανικῆς Παιδαγωγικῆς στήν Θεολο­γι­κή Σχο­λή τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσ­σα­λο­νί­κης πρός τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλ­λά­δος, μᾶς πληροφορεῖ μέ ἐπιστημονικῶς τεκμηριω­μέ­να θεολογικά καί παιδαγωγικά ἐπιχειρήμα­τα ὅτι:
α) Ἡ διδασκαλία τοῦ νέου μαθήματος Θρησκευτικῶν προϋποθέτει τήν παραδοχή ὅτι ἡ Ἑλλάδα εἶναι ἤδη μία πολυπολιτισμική χώρα. Ἡ παρουσία ὡστόσο οἰ­κο­νομικῶν μεταναστῶν δέν ἔχει δημιουργήσει ἰδιαίτερες πολιτισμικές ὀντότητες καί ἑπομένως τέτοια προϋπό­θεσις δέν ὑφίσταται στόν ἑλληνικό χῶρο.
β) Τό γνωσιακό (πολυθρησκειακό) περιεχόμενο τοῦ νέου μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν καθιστᾶ τήν διδα­σκαλία τοῦ μαθήματος ἀπολύτως ἀντιπαιδαγωγι­κή. Εἶ­ναι παιδαγωγικῶς ἀνεπίτρεπτη ἡ στόχευσις τοῦ νέ­ου Προγράμματος Σπουδῶν, πού προβλέπει νά βομ­βαρ­δί­ζωνται τά παιδιά τῆς σχολικῆς ἡλικίας μέ γνωστικό ὑλικό, τό ὁποῖο δέν μποροῦν νά ἀφομοιώσουν οὔ­τε πολ­λῷ μᾶλλον νά ἀξιοποιήσουν δημιουργικά. Ἀντιθέ­τως, ἡ διδασκαλία περί τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, πε­ρί τῆς λατρευτικῆς καί μυστηριακῆς ζωῆς, περί τῆς ἐμ­πει­ρίας τῶν Ἁγίων μας, περί τῆς μοναδικότητος τῆς ἐν Χρι­στῷ σωτηρίας, ἀφορᾶ σέ θέματα, γιά τά ὁποῖα οἱ μαθηταί αὐτῆς τῆς ἡλικίας ἔχουν τόσο τίς ἐμπειρικές ὅσο καί τίς γνωστικές προϋποθέσεις νά ἀκούσουν, νά συζητήσουν, νά προβληματισθοῦν καί συνεπῶς νά ἀ­να­πτύξουν κριτικό ἐνδιαφέρον γιά ὅλες τίς ἄλλες θρησ­κεῖες.
γ) Σύμφωνα μέ τό νέο Πρόγραμμα Σπουδῶν οἱ μι­κροί μαθηταί διδάσκονται νά εἶναι χειραφετημένοι ἀπό «ὅ,τι ὀνομάζεται πρόσδεση στό παρελθόν», δηλαδή τήν πίστι τῶν γονέων τους, οἱ δέ διδάσκοντες τά Θρη­σκευ­τικά προτρέπονται νά «ἀποστασιοποιοῦνται, κα­τά τό δυνατόν, ἀπό τή θρησκεία στήν ὁποία ἐνδε­χομέ­νως ἀνή­κουν εἴτε πατροπαράδοτα εἴτε ἀπό ἐπιλογή».
δ) Ἡ προσφερόμενη θρησκευτική ἀγωγή δέν ἔχει ἀ­ναφορά στόν Χριστό ὡς Θεό, Σωτῆρα καί Λυτρωτή, ὅ­πως τόν γνωρίζουμε ἀπό τήν Ὀρθόδοξο Πίστι μας, ἀλλά κατά τρόπο πανθρησκειακό «καλεῖται νά ἑστιάσει τό ἐνδιαφέρον τοῦ μαθητῆ στήν ἀνθρώπινη διάσταση τῶν θρησκειῶν ... ὡς διαχρονική πηγή ἔμπνευσης γιά τόν πολιτισμό καί ἄντλησης προσωπικοῦ ἀλλά καί συλ­λο­γι­κοῦ ὑπαρξιακοῦ νοήματος».
Στόν ἀντίποδα τῆς Ὀρθοδόξου ἀγωγῆς.
Εἶναι προφανές ὅτι οἱ ἀρχιτέκτονες τοῦ νέου Προ­γράμματος Σπουδῶν ἔχουν κατά νοῦν νά ἀποδομήσουν ὅ,τι δέν πρόλαβαν νά γκρεμίσουν οἱ Βαυαροί τῆς Ἀν­τιβασιλείας τοῦ Ὄθωνος.
Ὁ ἄκρατος ἐκδυτικισμός τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσε­ως ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, παρότι ἀπέκοψε τήν γενικώτερη Παιδεία ἀπό τίς φυσικές της ρίζες πού ξεκινοῦσαν ἀπό τήν ἀρχαία Ἑλλάδα καί δημιουργικά πέρασαν στήν χρι­στιανική Βυζαντινή αὐτοκρατορία καί κατόπιν στήν παιδεία τῶν διδασκάλων τοῦ Γένους καί τῶν κρυφῶν σχολειῶν, δέν εἶχε ὁριστικά ἀκυρώσει τόν Ὀρθόδοξο χαρακτῆρα τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν. Ἡ θρη­σκευ­τική παιδεία, ἄν καί δέν στοιχοῦσε ἀκριβῶς στίς προσδοκίες καί στά ὁράματα τῶν πατέρων τοῦ νε­ω­τέ­ρου Ἑλληνισμοῦ, τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτω­λοῦ, τοῦ Κα­πο­δίστρια, τοῦ Μακρυγιάννη, τῶν ἁγίων Νεο­μαρ­τύ­ρων, ἐν τούτοις διατηροῦσε τόν χαρακτῆρα τῆς διδα­σκα­λίας τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Ἀκόμη καί ὁ πολύς Ἀδαμάν­τιος Κοραῆς, ὁ ὁποῖος δέν συμπαθοῦσε τήν παι­δεία πού πήγαζε ἀπό τήν βυζαντινή μας παράδοσι καί διατηρήθηκε στούς κύκλους τῶν Κολλυβάδων, δέν δί­στα­ζε νά ὑποστηρίξῃ τόν κατηχητικό χαρακτῆρα τῆς δημοσίας παιδείας στό ἀναγεννώμενο ἑλληνικό κράτος. Στίς «Σημειώσεις εἰς τό προσωρινόν πολίτευμα τῆς Ἑλ­λάδος τοῦ 1822 ἔτους» (τό Σύνταγμα τῆς Α΄ ἐν Ἐ­πι­δαύ­ρῳ Ἐθνοσυνελεύσεως), σχολιάζοντας τό ἄρθρο πού ἀφορᾶ στήν δημόσια παιδεία, ὁρίζει τήν μορφή τῆς θρησκευτικῆς παιδείας ὡς «κατήχησιν» καί κάνει τίς ἑξῆς σημαντικές καί γιά τήν σημερινή πραγματικό­τη­τα παρατηρήσεις: «Τό αἴτιον, διά τί ὀνομάζω τελευ­ταίαν τήν Κατήχησιν, εἶναι ὅτι, ἐπειδή ὑποθέτω ἀνοι­κτά τά κοινά σχολεῖα ὄχι μόνον εἰς ὅλας τάς αἱ­ρέ­σεις τῶν χριστιανῶν, ἀλλά καί εἰς τούς Ἰουδαίους καί εἰς τούς Τούρκους, καλόν εἶναι νά παραδίδεται ἡ κατή­χησις δύο ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος μόνας, εἰς μόνα τῶν Ἀνατολικῶν τά τέκνα, μετά τήν ἀπόλυσιν τῶν ἑτε­ροδόξων ὁποιωνδήποτε, παρεκτός ἄν κἀνείς ἀπό τούς γονεῖς τούτων αὐτόκλητος ζητήσῃ δίς καί τρίς, ὡς χά­ριν, τήν εἴσοδον τοῦ τέκνου του εἰς τῆς κατηχήσεως τήν παράδοσιν» (ἔκδ. ἐν Ἀθήναις, 1933, ὑπό Θεμ. Π. Βο­ρίδου).
Γιά τό περιεχόμενο τῆς Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς ἀ­γω­γῆς ἔχει γίνει πολλή συζήτησις ἀπό ἀξιολόγους θεο­λόγους. Κατά καιρούς, μέ ἀνακοινώσεις σέ συνέδρια καί μέ ἄρθρα, ἔχουν γίνει προτάσεις γιά τήν ὑπέρβασι τῶν δυτικῶν θεολογικῶν ἐπιδράσεων στό ἀναλυτικό πρόγραμμα καί στό περιεχόμενο τοῦ μαθήματος. Στό­χος τῶν προτάσεων ἦταν ὁ προσανατολισμός τοῦ μα­θή­μα­τος πρός τήν κατεύθυνσι τῆς καλλιεργείας τοῦ Ὀρ­θο­δό­ξου ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος. Ὁ καθηγητής Νί­κος Ματσούκας π.χ. ἔγραφε μεταξύ ἄλ­λων: «Κατα­λα­βαί­νει κανείς εὔκολα πώς δέν εἶναι δυ­να­τό νά εὐ­ο­δω­θοῦν οἱ σκοποί τοῦ θρησκευτικοῦ μαθή­μα­τος, πού στήν προκειμένη περίπτωση γιά μᾶς εἶναι ἡ καλλιέρ­γεια τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματος, ἄν δέν ὑπάρχουν τά πολιτιστικά ἀγαθά τῆς βυζαντινῆς μας παραδόσεως καί δάσκαλοι πού θά ἐμπνεύσουν τό μεράκι γι’ αὐτά τά ἀγαθά. Προϋποτίθεται βέβαια ἡ ὕπαρξη τοῦ ζωντανοῦ χριστιανικοῦ πνεύματος πού ἐκφράζεται στά πλαίσια τῆς λατρείας». Καί σχεδόν συμπερασματικά, σάν μία προτροπή ἐξόδου τῆς θεολογίας καί τῆς θρησκευτικῆς παιδείας ἀπό τήν «βαβυλώνεια αἰχμαλωσία» τους στά δυ­τικά πρότυπα, συμπληρώνει: «Τό ἀναλυτικό πρό­γραμ­μα τοῦ θρησκευτικοῦ μαθήματος πρέπει νά ἀ­να­θε­ω­ρη­θεῖ ἀπό τά βάθρα του καί νά δοθεῖ μέ τρόπο πιό συγ­κεκριμένο ἡ ἱστορική ζωή τῆς Ὀρθοδοξίας» (πε­ρι­οδ. ΣΥΝΑΞΗ, τεῦχ. 1 [1982], σελ. 36 καί 40).
Νέος βαρλααμιτισμός.
Μέ τό νέο Πρόγραμμα Σπουδῶν, εἰς πεῖσμα τῆς ἀ­νάγ­κης γιά μία Ὀρθόδοξο διδαχή μέ τά «ἀγαθά τῆς βυ­ζαντινῆς μας παραδόσεως», ἐπιβάλλεται ἕνας σύγχρο­νος βαρλααμιτισμός πού εἰσχωρεῖ βάναυσα στά σπλάγ­χνα τοῦ Γένους. Ἡ οὐμανιστική παιδεία, μέ μορφή δια­φο­ρε­τική ἀπό ἐκείνη τοῦ παλαιοῦ βαρλααμιτισμοῦ, μέ τά χαρακτηριστικά τοῦ πανθρησκειακοῦ συγκρητι­σμοῦ, εἰσβάλλει στά σχολεῖα γιά νά ἀκυρώσῃ τήν Παι­δεία τοῦ Γένους. Ἐπιχειρεῖται νά ἀποκοποῦν τά παι­διά ἀπό τίς ζωογόνες ρίζες τῆς πατροπαραδότου Ὀρ­θο­δό­ξου Πίστεως, πού καθιστᾶ τούς ἀνθρώπους Σῶ­μα Χριστοῦ, Ἐκκλησία Χριστοῦ, «κοινωνούς θείας φύ­σε­ως» (Πρβλ. Β΄ Πέτρ. 1, 4), καί νά ἀφομοιωθοῦν στήν χο­ά­νη μιᾶς οὐμανιστικῆς θρησκευτικότητος, πού δέν ἐ­λευ­θε­ρώ­νει τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν ἁμαρτία καί τόν θά­να­το, δέν τόν ὁδηγεῖ στόν ἁγιασμό καί τήν θέωσι, ἀλ­λά, τοὐναν­τίον, τόν προετοιμάζει γιά νά ἀποδεχθῇ τήν δαι­μο­νι­κή Πανθρησκεία.
Αὐτός ὁ ἰδιότυπος νεοβαρλααμιτισμός ἐπιβάλλεται ἀπό μία μερίδα θεολόγων, οἱ ὁποῖοι δείχνουν πώς ἐ­χθρεύ­ονται τήν ἡσυχαστική θεολογία τοῦ ἁγίου Γρηγο­ρίου τοῦ Παλαμᾶ, τήν μαρτυρική Ὀρθοδοξία τῶν Νε­ο­μαρ­τύρων, τήν ἀσκητική παιδεία τῶν Κολλυβάδων, τήν ἁπλοϊκή πίστι τῶν ἀγωνιστῶν τῆς Παλιγγενεσίας τοῦ 1821. Οἱ θεολόγοι αὐτοί δέν κατανοοῦν ὅτι ἀντιστρατεύονται τόν λόγο τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, ὁ ὁποῖος δέν ἀναγνωρίζει ἄλλες ὁ­δούς σωτηρίας πλήν τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. «Οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενί ἡ σωτηρία· οὐδέ γάρ ὄνο­μά ἐστιν ἕτερον ὑπό τόν οὐρανόν τό δεδομένον ἐν ἀν­θρώ­ποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς» (Πράξ. 4, 12). Δέν κα­τα­νοοῦν ἑπομένως ὅτι, στεροῦντες ἀπό τά Ὀρθόδοξα Ἑλ­λη­νό­πουλα τήν ἀναγκαία γι’ αὐτά Ὀρθόδοξη ἐκκλη­σια­στική παιδεία καί ἐπιβάλλοντες τήν δημόσια πολυ­θρησ­κεια­κή θρησκευτική ἐκπαίδευσι, φανερώνουν τήν κρί­σι θεολογίας καί πιό πολύ τήν κρίσι πίστεως, στήν ὁ­ποία βρίσκονται, γιά νά θυμηθοῦμε τόν σχετικό λόγο τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ. Διερωτᾶται κανείς, ἐάν μπο­ρεῖ οἱ θεολόγοι αὐτοί νά θεωροῦνται μέλη τῆς Ὀρ­θο­δόξου Ἐκκλησίας, ὅταν ἐν τοῖς πράγμασι ὑπονομεύ­ουν τό διδακτικό της ἔργο στίς εὐαίσθητες ἀκόμη ψυ­χές τῶν μαθητῶν. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι δέν μποροῦν νά εἶναι ἐντός τοῦ περιβόλου τῆς Ἐκκλησίας, δέν μποροῦν νά εἶναι μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἐφ’ ὅ­σον τό ὑποσκάπτουν.
Ἀπο-Χριστοποίησις τῆς θρησκευτικῆς ἀγωγῆς.
Οἱ ἐμπνευσταί τοῦ νέου Προγράμματος Σπουδῶν φαί­νεται νά πιστεύουν ὅτι ὁ λαός μας δέν χρειάζεται τόν Χριστό στήν Παιδεία, ἀλλά ὅτι ἔφθασε ἡ ὥρα νά ζη­τήσῃ ἀπό τόν Χριστό νά «ἀπέλθῃ τῶν ὁρίων αὐ­τῶν». Ὅμως, πρίν ἀπό ἐμᾶς, ἄλλοι λαοί, τῶν ὁποίων τίς ἀρχές διδασκαλίας τοῦ θρησκευτικοῦ μαθήματος πασ­χί­ζουμε νά ἀντιγράφουμε, εἶχαν διώξει τόν Χριστό ἀ­πό τήν παιδεία τους καί ἔζησαν τίς συνέπειες τῆς ἀ­πο­μα­κρύν­σεώς Του. «Τό σχολεῖον τῆς Εὐρώπης ἔχει ἀ­πο­χω­ρι­σθῆ ἀπό τήν πίστιν εἰς τόν Θεόν. Εἰς αὐτό ἔγκει­ται ἡ μεταστροφή της εἰς δηλητηριάστριαν, εἰς αὐ­τό καί ὁ θάνατος τῆς εὐρωπαϊκῆς ἀνθρωπότητος», εἶ­πε μέ κάθε εἰλικρίνεια ὁ βαθύς γνώστης τῆς εὐρωπαϊκῆς κουλτούρας, ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, ὁ ὁ­ποῖος ἔ­ζησε στό ἴδιο του τό σῶμα τήν βαρβαρότητα τῆς ἀ­πο­χριστιανοποιημένης Εὐρώπης, ὅταν ἦταν αἰχμά­λωτος τῶν Ναζί στά στρατόπεδα τοῦ Νταχάου.
Ὁ σύγχρονος νεοελληνικός οὐμανισμός ἐπιβάλλει στούς Νεοέλληνες νά διώξουν ἀπό τήν δημόσια θρη­σκευ­τική Ἐκπαίδευσι τόν Χριστό τῆς Ὀρθοδόξου Πα­ρα­δόσεως καί νά δεχθοῦν τήν νεοεποχίτικη πολυθρη­σκει­ακή θρησκευτική παιδεία, τήν παιδεία τῆς Παν­θρη­σκείας. Ἐλπίζουμε ὅτι ὁ λαός μας δέν θά ὑποκύ­ψῃ στίς ἐπι­λογές μιᾶς μειοψηφίας θεολόγων καί δια­μορ­φω­τῶν τῆς δημόσιας παιδείας, ἀλλά θαρραλέα θά ζη­τή­σῃ ἀπό τούς ἁρ­μοδίους παράγοντες τῆς Πολι­τεί­ας νά ἐ­παν­ε­ξε­τάσουν τό θέμα, νά τό θέσουν σέ ἕ­να οὐ­σι­α­στι­κό δημοψήφισμα, ἀφοῦ ἀκουσθοῦν καί οἱ Ὀρ­θό­δο­ξες καί οἱ πανθρησκειακές προτάσεις, γιά νά ἐ­πι­λέ­ξῃ μόνος του ἄν ἀκόμη θέλῃ τόν Χριστό στήν Παι­δεία ἤ ἄν ἐπιθυμῇ τήν ἀπο-Χριστοποίησί της.
Ἀνατροπή, χωρίς νά ἐρωτηθῇ ὁ πιστός λαός.
Πιστεύουμε ὅτι ὁ ἑλληνικός λαός, παρά τίς ἁ­μαρ­τί­ες του πού τόν ὡδήγησαν στήν παροῦσα πολύ­πλευ­ρη κρίσι, στό βάθος τῆς ψυχῆς του εἶναι πιστός στήν Ὀρ­θο­δο­ξία καί τήν Ἐκκλησία του. Αὐτό τό δεί­χνει, ὁσά­κις οἱ περιστάσεις τοῦ ἐπιτρέπουν νά ἐκ­φρά­ζῃ ἀνε­πη­ρέαστος τήν πίστι του στόν Χριστό καί τήν Ἐκκλη­σία. Τήν Ὀρθόδοξη Χριστιανική παι­δεία προ­τιμοῦν ὄχι μό­νο τό τρία τοῖς ἑκατόν τῶν Νεοελ­λήνων πού ἐκ­κλησι­άζονται τίς Κυριακές ἀλλά καί ἡ συντριπτική τους πλει­οψηφία πού αἰσθάνονται καί δηλώνουν Χριστια­νός Ὀρθόδοξος, πού τιμοῦν τίς μεγάλες ἑορτές τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πού βαπτίζουν τά παιδιά τους, πού ἀγα­ποῦν τίς χρι­στιανικές τους παραδόσεις, πού κάποτε μετανοοῦν γιά τά λάθη τους, πού παίρνουν τό ἐφόδιο τῆς αἰωνίου Ζωῆς, πού ἀφήνουν τήν τελευταία τους πνοή μέ ἐλπίδα στόν Χορηγό τῆς ζωῆς καί Νικητή τοῦ Θα­νά­του.
Αὐτά τά παρακάμπτουν οἱ ἐπίδοξοι μεταρρυθμισταί τῆς θρησκευτικῆς παιδείας τοῦ Γένους. Θέλουν νά νοι­ώθουν ἐκσυγχρονισταί καί ὄχι «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις πα­τράσι». Ἀλλοιῶς δέν ἐξηγεῖται ἡ ἐμμονή τους σέ δυ­τι­κόφερτες μεθόδους πού ἀκολουθοῦν τίς ἀρχές τῆς θεωρίας τοῦ «θρησκευτικοῦ γραμματισμοῦ», μιᾶς θε­ω­ρίας πού δέν ἀνταποκρίνεται στούς στόχους τῆς Ὀρ­θοδόξου ἀγωγῆς, πού δέν συμβιβάζεται μέ τήν προ­ο­πτική τῆς θεώσεως. Ἀλλοιῶς δέν ἐξηγεῖται τό ὅτι, ἄν καί εἶναι Ὀρθόδοξοι θεολόγοι, δέν ἀντιλαμβάνονται ὅτι ἡ θρησκευτική ἀγωγή γιά τά Ὀρθόδοξα παιδιά πρέπει νά βασίζεται στήν πίστι καί στήν ζῶσα ἐμπειρία τῆς Ἐκ­κλη­σίας, στό κέντρο τῆς ὁποίας εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Κύ­ριος Ἰησοῦς Χριστός.
Γιά μία ἀκόμη φορά τό ἴδιο δίλημμα ὀρθώνεται μπροστά μας. Οὐμανιστική ἤ θεανθρωποκεντρική παι­δεία; Συσχηματισμός μέ τόν κόσμο ἐν ὀνόματι μιᾶς δῆθεν προσαρμογῆς στά νέα κοινωνικά δεδομένα ἤ προσ­ήλωσις στήν πάντοτε καινή καί οὐδέποτε ἐκκο­σμι­κευόμενη παιδαγωγική τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Παιδαγω­γοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς κάνει δικό Του Σῶμα, Ἐκκλησία Του, αὐθεντική εἰκόνα Του;
Ἡ διαχρονική μαρτυρία τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
Στό βιβλίο της «Τό Ἅγιον Ὄρος καί ἡ Παιδεία τοῦ Γένους μας» (1984), ἡ Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους γρά­φει: «Δέν μποροῦμε ἀτιμωρητί οἱ ὀρθόδοξοι Ἕλ­ληνες νά παιδιαρίζωμε, στηριζόμενοι σ’ ὁποιαδή­ποτε δι­και­ολογία ἤ, περισσότερο, νά αὐθαδιά­ζω­με.
Ἄν αὐτοί πού προηγήθηκαν ἡμῶν, καί ἔζησαν καί τά­φηκαν σέ τοῦτα τά χώματα, αὐτοσχεδίαζαν κάνον­τας τό κέφι τους, τότε θά μπορούσαμε καί μεῖς νά συν­ε­χίσωμε αὐτοσχεδιάζοντας.
Ἄν ὅμως ἔζησαν διαφορετικά... τότε δέν μποροῦμε ἀτιμωρητί νά αὐτοσχεδιάζωμε, νά κάνωμε πρόβες, νά παίζωμε ἐν οὐ παικτοῖς.
Ἄν δέν εἶχε θεολογήσει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλα­μᾶς ὅπως θεολόγησε, ἀνακεφαλαιώνοντας τήν πεῖρα καί τή ζωή τῆς Ὀρθοδοξίας, σβήνοντας τή δίψα τοῦ ση­μερινοῦ βασανισμένου νέου ἀνθρώπου. Ἄν δέν ἦσαν γενάρ­χες τοῦ νέου Ἑλληνισμοῦ ἕνας ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός καί ἕνας Μακρυγιάννης. Ἄν δέν ὑπῆρχαν ὅλα αὐτά στό αἷμα μας, τότε θά μπορούσαμε νά κάνωμε ὅ,τι μᾶς κατέβη.
Τώρα δέν εἶναι ἔτσι. Τώρα βρισκόμαστε ἐν τόπῳ καί χρόνῳ ἁγίῳ. Δέν μπορεῖ νά εἴμαστε ἐπιπόλαιοι. Δέν ἀνήκομε στόν ἑαυτό μας. Ἀνήκομε σ’ αὐτούς πού μᾶς γέννησαν καί σ’ ὅλο τόν κόσμο. Εἴμαστε χρεωμένοι μέ πνευματική κληρονομιά» (σελ. 68-70).
Αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός ἵδρυε σχολεῖα γιά νά ὁδηγῆται δι’ αὐτῶν ὁ λαός σέ θε­ο­γνωσία, ὄχι σέ στεῖρα ἐγκυκλοπαιδική γνῶσι. Ἡ γνω­σιολογία, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τό φρόνημα καί δι­έ­πει τά κηρύγματα τοῦ ἐθναποστόλου ἁγίου Κοσμᾶ, δέν εἶναι ἡ γνωσιολογία τῶν ἐγκυκλοπαιδιστῶν, τῶν εὐ­ρω­παί­ων καί ἑλλήνων διαφωτιστῶν τοῦ 18ου αἰῶ­νος, τῶν βαυαρῶν ἀρχιτεκτόνων τῆς νεωτέρας παι­δεί­ας τοῦ ἑλ­λη­νικοῦ κράτους. Ἡ γνωσιολογία του εἶ­ναι εὐ­θυ­γραμ­μισμέ­νη μέ ἐκείνην τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστό­λων καί τῶν Πατέρων μέχρι τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Πα­λα­μᾶ. Σέ αὐτήν τήν παιδεία προσανατόλιζε τό δοῦ­λον Γένος, ὅταν ἔλεγε: «Διατί ἀπό τό σχολεῖον μαν­θά­νομεν τό κατά δύναμιν τί εἶναι Θεός, τί εἶναι Ἁ­γία Τρι­άς, τί εἶναι ἄγγελοι, ἀρχάγγελοι, τί εἶναι δαίμο­νες, τί εἶ­ναι Παράδεισος, τί εἶναι Κόλασις, τί εἶναι ἁμαρ­τία, τί εἶναι ἀρετή. Ἀπό τό σχολεῖον μανθάνομεν τί εἶ­ναι ἁ­γία Κοινωνία, τί εἶναι Βάπτισμα, τί εἶναι τό ἅ­γι­ον Εὐ­χέ­λαι­ον, ὁ τίμιος Γάμος, τί εἶναι ψυχή, τί εἶναι κορ­μί, τά πάντα ἀπό τό σχολεῖον τά μανθάνομεν» (Ἰω. Με­νού­νου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχές, ἐκδ. Τῆνος, σελ. 142).
Πιστεύουμε ὅτι οἱ ἐκτιμήσεις μας γιά τήν βούλησι τοῦ Ὀρθοδόξου ἑλληνικοῦ λαοῦ στό θέμα τῆς θρησκευ­τι­κῆς παιδείας εἶναι ὀρθές καί ὁ λαός μας, ἄν ἐρωτη­θῇ, θά προτιμήσῃ νά μείνῃ πιστός στήν παρακαταθή­κη τῶν πατέρων του καί δέν θά ἀποδεχθῇ ἕνα πανθρη­σκει­ακό μάθημα γιά τά παιδιά του. Θά προτιμήσῃ νά καταργηθῇ τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν παρά νά ἐκ­πέσῃ σέ μία ἀντίχριστη θρησκευτική ἀγωγή! Θά ἦταν προτιμότερο γι’ αὐτόν νά καταργηθῇ τό μάθημα καί νά προσφέρῃ μία Ὀρθόδοξη παιδεία στά παιδιά του ἔξω ἀπό τό δημόσιο σχολεῖο, παρά νά ἀποδεχθῇ μία δημόσια μύησι στήν ἐπερχόμενη Πανθρησκεία.
Ἐάν παρά ταῦτα ὁ λαός μας ἐνσυνείδητα προτιμήσῃ νά ἀπομακρύνῃ τόν Χριστό ἀπό τήν δημόσια παιδεία, θά εἶναι μοιραῖα ἐκεῖνος ὑπεύθυνος τῆς ἐπιλογῆς του. Ὁ Χριστός, ὅπως μαρτυρεῖται στό Ἱερό Εὐαγγέλιο, δέν ἐκβιάζει κανένα. Εἶναι Θεός τῆς ἐλευθερίας. «Κρούει τήν θύραν» καί περιμένει νά τόν δεχθοῦμε. Ἀλλά καί ἀπομακρύνεται, ὅταν ἐμεῖς δέν τόν δεχόμαστε. Μό­νον ἄς γνωρίζουμε ὅτι τό τίμημα τῆς ἀπουσίας τοῦ Χρι­στοῦ ἀπό τήν ζωή μας θά εἶναι βαρύ, θά εἶναι ὁ ὄ­λεθρος. Ὅπως λέγει ὁ προφητικός λόγος: «ὅτι ἰ­δού οἱ μακρύνοντες ἑαυτούς ἀπό σοῦ ἀπολοῦνται» (Ψαλμ. 72, 27). Καί ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Νικόλαος Ἀ­χρί­δος: «Ὁ Χριστός ἀπεμακρύνθη ἀπό τήν Εὐρώπην, ὅ­πως κάποτε ἀπό τήν χώραν τῶν Γαδαρηνῶν, ὅταν οἱ Γα­δα­ρη­νοί τό ἐζήτησαν. Μόλις ὅμως Αὐτός ἔφυγεν, ἦλ­θε πό­λε­μος, ὀργή, τρόμος καί φρίκη, κατάρρευσις, κατα­στρο­φή».
Στήν ὁδό πρός τήν Πανθρησκεία.
Συνοψίζοντες τά ἀνωτέρω διαμαρτυρόμεθα σέ ὅ­λους τούς τόνους καί πρός κάθε κατεύθυνσι γιά τό ὅτι μέ τό νέο Πρόγραμμα Σπουδῶν ἐξισώνονται ὁ Χριστός μέ τόν Μωάμεθ, τόν Βούδα, τόν Κομφούκιο, καί ἡ ἐν Χριστῷ ζωή μέ τήν θρησκευτικότητα τῶν ἄλ­λων θρη­σκει­ῶν, δηλαδή διδάσκεται στά παιδιά ὅτι σωτη­ρία ὑ­πάρχει καί στίς ἄλλες θρησκεῖες. Ὅσοι τό πράτ­τουν, κη­ρύσ­σουν «ἕτερον εὐαγγέλιον», εὐαγγέλιο πλά­νης, μέ τό ὁποῖο δέν μποροῦμε νά συμφωνήσουμε. Ἐκ­φρά­ζου­με τήν ἐλπίδα ὅτι οἱ πολιτικοί μας ἡγέται καί οἱ ἐκκλη­σια­στικοί μας ἄρχοντες δέν θά ἐπιτρέψουν νά ἐξ­ι­σώ­νεται στίς ψυχές τῶν Ὀρθοδόξων μαθητῶν ἡ Ἀλή­θεια μέ τό ψεῦδος, διότι τό φοβερό αὐτό πλῆγμα τῆς δαι­μο­νι­κῆς Νέας Ἐποχῆς στό σῶμα τοῦ εὐλογημένου Ὀρ­θο­δό­ξου λαοῦ μας θά ἀποτελέσῃ ἀσυγχώρητο λά­θος τῆς γενεᾶς μας, ἡ ὁποία καί θά πληρώσῃ τό βαρύ τί­μη­μα αὐτῆς τῆς ἀποστασίας.
Ὁ Καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου
Ἀρχιμ. Γεώργιος

Η ΒΑΡΥΤΑΤΗ ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

Η ΒΑΡΥΤΑΤΗ ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ
ΟΔΗΓΕΙ ΤΑΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΑΣ
ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΞ ΑΣΦΥΞΙΑΣ ΘΑΝΑΤΟΝ
Ἐπειδή πολλά γράφονται καί λέγονται συχνά εἰς βά­ρος τοῦ Ἁγίου Ὄρους γιά τίς μεγάλες περιουσίες, τίς ὁ­ποῖ­ες ἔχουν αἱ Ἱεραί Μοναί τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἐπιθυ­μοῦ­με νά πληροφορήσωμεν κάθε καλόπιστον συνάν­θρω­πόν μας περί τοῦ σοβαρωτάτου αὐτοῦ θέματος.
1. Οἱ Ἅγιοι Κτίτορες τῶν Ἱερῶν Μονῶν ἐπροίκισαν αὐτάς μέ περιουσιακά στοιχεῖα, διά νά δυνηθοῦν νά ἀνταποκριθοῦν εἰς τήν ἀποστολήν των.
2. Τά εἰσοδήματα τῶν Ἱερῶν Μονῶν, προερχόμενα κυρίως ἀπό τά ἀστικά ἀκίνητα αὐτῶν, σήμερον ἔχουν μειωθῆ κατά πολύ, λόγῳ τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως. Ἀλ­λά καί ἄν δέν εἶχαν μειωθῆ, ἐπαρκοῦν μόνον διά τήν στοι­χειώδη συντήρησιν καί λειτουργίαν τῶν Ἱερῶν Μο­νῶν.
3. Τά εἰσοδήματα αὐτά δέν θά ἐπαρκοῦσαν, ἐάν οἱ μο­ναχοί δέν εἰργάζοντο –πολλές φορές σκληρά– εἰς χει­ρω­να­κτικάς ἐργασίας καί εἰς διακονήματα πού ἀ­φο­ροῦν τήν δωρεάν φιλοξενίαν τῶν πολυαρίθμων προσ­κυ­νη­τῶν καί ἐπισκεπτῶν τῶν Ἱερῶν Μονῶν, Ἑλ­λή­νων καί ξένων.
4. Ἀπό τά εἰσοδήματα αὐτά τῶν Ἱερῶν Μονῶν συν­τηροῦνται ὄχι μόνον οἱ πολυάριθμοι συνήθως μονα­χοί αὐτῶν, ἀλλά καί οἱ ἐργαζόμενοι εἰς αὐτάς, οἱ προσ­κυ­νηταί καί πολλοί ἀναξιοπαθοῦντες ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖ­οι καθημερινῶς περιέρχονται τάς Ἱεράς Μονάς καί ζη­τοῦν βοήθειαν.
5. Αἱ Ἱεραί Μοναί ἐκτός τῶν συνήθων ἐξόδων λει­τουρ­γίας αὐτῶν ἔχουν πολλά ἔκτακτα ἔξοδα, ὅπως διά τήν συντήρησιν τῶν κειμηλιακῶν χώρων, καθώς ἡ φύ­λαξις τῶν πολυτίμων κειμηλίων τοῦ Ἁγίου Ὄ­ρους, βι­βλί­ων, χειρογράφων, εἰκόνων καί λοιπῶν καλλιτεχνη­μά­των, ἀπαιτεῖ ἰδιαιτέρας συνθήκας διαφυλάξεως καί ὡς ἐκ τούτου τήν ἐξεύρεσιν πόρων.
6. Τά ἀρχαῖα κτίρια ἔχουν ἀνάγκην συχνῶν ἐπισκευ­ῶν, αἱ ὁποῖαι ἐν Ἁγίῳ Ὄρει, λόγῳ τοῦ κόστους τῆς με­ταφορᾶς τῶν ὑλικῶν, εἶναι πολύ ἀκριβότεραι ἀ­πό ὅ,τι εἰς τόν κόσμον. Χορηγίαι, κρατικαί ἤ ἐκ τῆς Εὐ­ρω­παϊ­κῆς Ἑνώσεως, καλύπτουν ἕνα μικρόν μόνον μέ­ρος τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν.
7. Διά τήν συντήρησιν τῶν δασοδρόμων (ζωνῶν πυρ­α­σφαλείας) ἀπαιτοῦνται ἐπίσης πολλά ἔξοδα.
8. Οἱ ἀρσανάδες ἐπίσης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (τά λι­μα­νάκια) συχνά χρήζουν στερεώσεως, ἀπαιτούσης ὑψη­λάς δαπάνας.
Αἱ ἀνωτέρω ἀνάγκαι καί πολλαί ἄλλαι ἐκτάκτως πα­ρουσιαζόμεναι ἀπαιτοῦν ὑψηλόν κόστος διά τήν ἀν­τι­με­τώπισίν των. Ἐάν ἡ Πολιτεία ἀνελάμβανε τήν φύ­λα­ξιν τῶν μνημείων καί τῶν θησαυρῶν τοῦ Ἁγίου Ὄ­ρους, διά τήν ὁποίαν σήμερον μεριμνοῦν οἱ μοναχοί, θά ἐ­χρει­ά­ζετο νά καταβάλλῃ πολύ περισσότερα ἔξοδα ἀ­πό τούς ζητουμένους σήμερον φόρους.
Διαβεβαιοῦμεν ὅτι, ὡς ἐπί τό πλεῖστον, τά τακτικά ἔσοδα τῶν Ἱερῶν Μονῶν πρό τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως ἐ­παρκοῦσαν μόνον διά τάς στοιχειώδεις ἀνάγκας αὐ­τῶν, καί ὄχι διά τήν προσθήκην νέων κτισμάτων ἤ ἐ­ξ­αρ­τημάτων. Σήμερον μετά τήν οἰκονομικήν κρίσιν καί τήν ἐπιβληθεῖσαν βαρυτάτην φορολογίαν αἱ Ἱεραί Μο­ναί εἶναι καταδικασμέναι εἰς τόν ἐξ ἀσφυξίας θάνατον. Τά κτίρια θά ἐρειπώνουν, ἡ διαφύλαξις τῶν κειμηλίων θά εἶναι ἐλλιπής, ἡ φιλοξενία Ἑλλήνων καί ξένων θά εἶ­ναι προβληματική. Ἐάν ἡ Ἑλληνική Πολιτεία ἐνδια­φέρεται νά διατηρηθῇ τό Ἅγιον Ὄρος, ὄχι μόνον ὡς τό μο­να­δικόν Μοναστικόν Κέντρον τοῦ κόσμου, ἀλλά καί ὡς Ἵδρυμα μεγάλης ἐθνικῆς καί πολιτισμικῆς κλη­ρο­νο­μί­ας, ἄς σκεφθῇ καί λάβῃ τήν ἀπόφασιν περί βα­ρεί­ας φο­ρολογήσεως τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
 

Τρίτη 23 Απριλίου 2013

Η Λυτρωτική Θυσία ως Αντικατάσταση

Η Λυτρωτική Θυσία ως Αντικατάσταση
23 Απριλίου 2013
Θρησκεία / Θεολογία  

«Παρέδωκα γὰρ ὑμῖν ἐν πρώτοις, ὃ καὶ παρέλαβον, ὅτι Χριστὸς ἀπέθανεν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν κατὰ τὰς γραφάς καὶ ὅτι ἐτάφη καὶ ὅτι ἐγήγερται τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ κατὰ τὰς γραφάς» ( 1 Κορ. 15, 3-4).
Καμιά δήλωση δεν είναι πιό ουσιώδης για τη Χριστιανική πίστη όσον η διατύπωση του Απ. Παύλου της Αποστολικής Παράδοσης. Τα λόγια ‘παρέδωκα… παρέλαβον» ιδιαιτέρως περιγράφουν αυτήν ακριβώς την παραλαβή της Παράδοσης. Αυτά τα λόγια αντιπροσωπεύουν αυτό που αποτελεί την ήδη παραληφθείσα διδασκαλία της πίστης, την κατάθεση των Αποστόλων. Η Χριστιανική πίστη δεν στηρίζεται μόνο στο ότι ο Χριστός απέθανε και αναστήθηκε από τους νεκρούς αλλά στο ότι «απέθανε για τις αμαρτίες μας σύμφωνα με τις Γραφές».
Ο θάνατος του Ιησού είναι με κάποιο τρόπο «θάνατος για τις αμαρτίες μας». Αυτή είναι η ουσία του Ευαγγελίου, η πλέον πρωτόγονη διδασκαλία της Εκκλησίας. Ωστόσο σ’ αυτό το πρωτόγονο σημείο πρεπει να απαντηθούν κάποια ουσιώδη ερωτήματα.
«Πώς γίνεται ο θάνατος του Χριστού να έγινε «για τις αμαρτίες μας;»
«Πώς γίνεται ο θανατός Του και η Ανάστασή Του να πραγματοποιήθηκαν «σύμφωνα με τις Γραφές;»
Παρόλο που ο Ιησούς δίδαξε τους μαθητές Του ξεκάθαρα ότι επρόκειτο να σταυρωθεί και ν’ αναστηθεί την τρίτη ημέρα, αυτοί δεν το κατανόησαν. Και δεν το κατανόησαν γιατί δεν αποτελούσε μέρος της παραδοθείσας προσδοκίας των Ιουδαίων για το Μεσσία. Το ότι ο Χριστός απέθανε για τις αμαρτίες μας σύμφωνα με τις Γραφές είναι ένα μέρος της πίστης μας που έγινε γνωστό μόνο ύστερα από την Ανάσταση: δεν προκύπτει από την Παράδοση αλλά αποτελεί διδασκαλία του Ίδιου του αναστημένου Κυρίου.
Σ’ αυτό το σημείο τα τελευταία χρόνια έχουν αρχίσει να αναφύονται διαφωνίες. Για κάποιους ο θάνατος του Χριστού πάνω στο Σταυρό αποτελεί την εκπλήρωση ενός χρέους προς το Θεό, το χρέος της αμαρτίας του Αδάμ. Κατ’ άλλους ο θάνατος του Χριστού στο Σταυρό είναι θυσία αίματος για να κατευνάσει την οργή του Θεού που προκλήθηκε από την αμαρτία του Αδάμ. Κι ακόμα γι’ αλλους ο θάνατος του Χριστού είναι η κατάλυση του Αδη και του ίδιου του θανάτου, η θεραπεία της φθοράς που προκάλεσε η αμαρτία. Υπάρχουν ακόμα και άλλες απόψεις, ωστόσο η διαφωνία βρίσκεται κυρίως μεταξύ των υποστηρικτών της μιάς ή της άλλης εκδοχής εκ των ανωτέρω απόψεων.
Οι πρώτες δύο απόψεις καταχωρούνται γενικά στην κατηγορία του ‘εγκληματολογικού’ μοντέλου. Εδώ υπάρχει ένα χρέος ή μιά θεϊκή συνέπεια( οργή) που πρέπει είτε να ξεπληρωθεί είτε να μεταστραφεί. Υποστηρίζεται με διάφορους τρόπους ότι μόνο ένας τέλειος Ανθρωπος μπορεί να ξεπληρώσει το χρέος (ή να μεταστρέψει την οργή). Και επειδή όλοι οι άνθρωποι αμαρτάνουν μόνο ο Θεός μπορεί να αναλάβει αυτό το έργο. Επομένως ο Θεός έγινε άνθρωπος, ώστε ο Θεός ως άνθρωπος να καταφέρει αυτό που ο άνθρωπος δεν μπορούσε να κάνει από μόνος του.
Στο δεύτερο μοντέλο, η αμαρτία και ο θάνατος είναι σχεδόν ταυτόσημες έννοιες. Αντί να έχουν εγκληματολογικό( νομικό) χαρακτήρα είναι οντολογικές (υπαρξιακές- σχετίζονται με την ύπαρξη). Η αμαρτία είναι η ασθένεια της φθοράς, η κίνηση από την αληθινή ύπαρξη στη μη-ύπαρξη. Το καταστροφικό χάος που αφήνει στο περάσμά της θεωρείται περισσότερο ως ‘σύμπτωμα’ παρά ως νομικό πρόβλημα. Ο ελεήμων Θεός ενανθρωπίζεται και ως Θεάνθρωπος εισέρχεται στα βάθη του θανάτου και του Άδη, τα βάθη της οντολογικής φθοράς και την καταργεί. Με την Ανάστασή Του ( η οποία είναι απαραίτητο μέρος αυτού του μοντέλου σε αντίθεση με τα προηγούμενα) η οντολογική μας φθορά καταργείται ή μάλλον ‘θανατώνεται’ και εμείς αναγεννόμαστε στην αιώνια ζωή της αναστάσεως ( που είναι θέμα ποιότητας και όχι μόνο μακροβιότητας). Σ’ αυτό το μοντέλο υπάρχει συμμετοχή και κοινωνία. Αυτός πεθαίνει για να ζήσουμε εμείς. Προσλαμβάνει το θάνατό μας για να μπορέσουμε να προσλάβουμε τη ζωή Του.
Και στα δύο μοντέλα υπάρχει η πραγματικότητα της αντικατάστασης- ο Ιησούς Χριστός παίρνει τη θέση του ανθρώπου. Ωστόσο η φύση της αντικατάστασης και επομένως η φύση της ίδιας της σωτηρίας είναι διαφορετικές. Στην κατηγορία του εγκληματολογικού μοντέλου ο Χριστός αποδέχεται την τιμωρία που άρμοζε στον άνθρωπο: ο Χριστός τιμωρείται στη θέση του ανθρώπου. Βεβαίως αυτό αποτελεί μιά ένδειξη της αγάπης του Θεού αλλά τόσο το χρέος που οφείλεται όσο και ή οργή που μεταστρέφεται ανήκουν και πάλι στο Θεό. Η αποδοχή εκ μέρους του Χριστού των ανθρωπίνων συνεπειών στη θέση του ανθρώπου βρίσκεται στο επίκεντρο του εγκληματολικού μοντέλου- ή τουλάχιστον στο επίκεντρο αυτού που το διακρίνει από τα οντολογικά μοντέλα.
Η αντικατάσταση του Χριστού στα εγκληματολογικά μοντέλα αφαιρεί τον άνθρωπο από οποιαδήποτε λυτρωτική δράση. Ο άνθρωπος δεν τιμωρείται αλλά συγχωρείται. Η οργή του Θεού μεταστρέφεται και ο άνθρωπος αποφεύγει την καταδίκη της κολάσεως. Ο Ιησούς την αποδέχεται στη θέση του ανθρώπου. Η δικαίωση είναι εξωτερική- πραγματοποιείται έξω από τον άνθρωπο και χωρίς τον άνθρωπο. Διά της πίστεως ο άνθρωπος αναγνωρίζει το δώρο αυτό του Χριστού και δέχεται το δώρο της συγχώρεσης που δεν θα του ανήκε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο.
Η αντικατάσταση στο δεύτερο (οντολογικό) μοντέλο έχει διαφορετικό χαρακτήρα. Ο Χριστός μπήκε στη ζωή και την κατάσταση του ανθρώπου( του ανθρώπινου γένους), αλλά δεν αφαιρεί τον άνθρωπο από την όλη εξίσωση. Ο Σταυρός δεν είναι ξένος για τον άνθρωπο- είναι το πλήρωμα των συνεπειών της ανθρώπινης αμαρτίας. Η έννοια της αντικατάστασης του Χριστού στα οντολογικά μοντέλα δεν είναι αντικατάσταση αλλά ένωση. Ο Χριστός ενώνεται με τον άνθρωπο ( η Ενανθρώπιση) ώστε να αναλάβει ολόκληρη την ανθρώπινη φύση ( εκτός αμαρτίας, που είναι ξένη προς τη φύση μας)πάνω Του και μέσα Του.
Το σημαντικότερο ωστόσο, είναι ότι αφού ο Χριστός αναλαμβάνει την ανθρώπινη φύση ενώνει επίσης τον Εαυτό Του μαζί μας και εμείς αναλαμβάνουμε τη θεότητά Του. Ως Θεός και άνθρωπος ο Χριστός εισέρχεται στο θάνατο, στον Αδη, στο πλήρωμα των συνεπειών του χωρισμού μας από το Θεό. Ως Θεός και ως άνθρωπος, ο Χριστός καταργεί το θάνατο και ενώνει θριαμβευτικά τον ανθρωπο με την Ανάστασή Του. Είναι αληθινός μεσίτης, αφού μας αποκατέστησε στην κοινωνία με το Θεό για την οποία είχαμε δημιουργηθεί.
Πιθανόν να λεχθεί ότι αυτό το δεύτερο μοντέλο δεν αποτελεί ορθή αντικατάσταση. Συμφωνώ αν με τον όρο αντικατάσταση εννοούμε ‘παίρνω τη θέση’ κάποιου. Ωστόσο τα προβλήματα με την έννοια της λέξης αντικατάσταση αναφύονται σε σχεση με την ιδέα του Χριστού ως κάποιου που παίρνει τη θέση κάποιου άλλου. Ο Χριστός ως κάποιος που παίρνει τη θέση κάποιου δημιουργεί τη λεγόμενη ‘θεολογία της απουσίας’. Αν ο Χριστός απλώς παίρνει τη θέση μας τότε η σωτηρία μας είναι νομικίστικη και συμβαίνει έξω από μάς. Αν ο Θεός απλώς μάς κηρύξει ‘δίκαιους’, ‘συγχωρεμένους’, ή ‘ολοκληρωμένους’ τότε η Ενανθρώπιση, η Σταύρωση και η Ανάσταση μετατρέπονται σε κάποιο είδος αφαίρεσης. Η ‘αναγκαιότητα’ τους θα υπάρχει μόνο στο Θεό, ο οποίος θα μπορούσε να μάς κηρύξει ‘δίκαιους’ χωρίς όλην αυτή τη φασαρία. Στην πραγματικότητα δεν μπορεί να υπάρξει οποιαδήποτε ανάγκη για το Θεό, είτε προκειται για τη δικαιοσύνη Του είτε για οτιδήποτε άλλο. Ο Θεός είναι ελεύθερος και δεν έχει καμιά ανάγκη.
Ωστόσο, υπάρχει μιά ανάγκη η οποία βρίσκεται μέσα μας. Είμαστε στ’ αλήθεια διαλυμένοι, άδικοι, αμαρτωλοί και χρειαζόμαστε θεραπεία ενώ βρισκόμαστε υπό το κράτος του θανάτου και της φθοράς. Αν η θεραπεία μας χρειαζόταν μόνο μιά λέξη, τότε γιατί δεν τη λέγαμε πολύ νωρίτερα;
Η αναγκαιότητα της σωτηρίας βρίσκεται μέσα μας. Η Ενανθρώπιση του Ιησού, η Σταύρωση και η Ανάστασή του είναι πράξεις ελευθερίας. Είναι με απόλυτη ελευθερία και συνεργασία που Ενανθρωπίζεται μέσα στην Παρθένο. Ο θάνατός Του είναι ‘θεληματικός’. «οὐδεὶς αἴρει αὐτὴν( ΣΗΜ: την ψυχήν ) ἀπ’ ἐμοῦ, ἀλλ’ ἐγὼ τίθημι αὐτὴν ἀπ’ ἐμαυτοῦ..»(Ιω. 10, 18). Ούτε και η σωτηρία μας παραβιάζει την ελευθερία μας. Πρέπει ελεύθερα να αποδεκτούμε το δώρο του Θεού δια του Ιησού Χριστού. Η συνέργεια της σωτηρίας είναι ο σεβασμός του Θεού για την ελευθερία μας ως πρόσωπα. Πρόκειται για την ίδια ελευθερία που βρίσκεται στο επίκεντρο του μυστηρίου της έννοιας ‘το πλήρωμα του χρόνου’. Ο Χριστός εισήλθε στην ιστορία στην κρίσιμη στιγμή της ελευθερίας του ανθρώπου.
Η ‘αντικατάσταση’ του Χριστού δεν σημαίνει ‘παίρνω τη θέση κάποιου’. Ο Χριστός δεν αντικαθιστά την ανθρώπινη φύση αλλά την ‘προσλαμβάνει’. Για το Χριστό, κάθε άνθρωπος βρίσκεται πάνω στο Σταυρό. Ο Δεύτερος Αδάμ ‘ανακεφαλαιώνει’ τον Πρώτο Αδάμ και ολόκληρη την ανθρωπότητα. Στο Σταυρό τελεσειουργείται μιά ανταλλαγή, μιά περιχώρησις. Ο όρος ‘περιχώρηση’ χρησιμοποιήθηκε από τον Αγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο κατά την περιγραφή της σχέσης μεταξύ της Θείας και της Ανθρώπινης φύσης του Ιησού. Πρόκειται για την ίδια σχέση (ή μιά σχέση που μπορεί να περιγραφεί με τον ίδιο τρόπο) που φανερώνεται και στη σωτηρία μας. Ο Ιησούς πεθαίνει στο Σταυρό. Εμείς πεθαίνουμε στο Σταυρό.
«Χριστῷ συνεσταύρωμαι• ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός• ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ» ( Γαλ. 2, 20).
Ο Απ. Παύλος δεν περιγράφει εδώ μιά ‘ηθική’ ή ‘δεοντολογική’ συναλλαγή αλλά μιά μυστική και αληθινή αντικατάσταση κατά την οποία η ζωη του Χριστου και η ζωή μας περιχωρούνται. Η ζωή, ο θάνατος και η ανάστασή Του γίνονται η ζωή ο θάνατος και η ανάστασή μας.
«ἢ ἀγνοεῖτε ὅτι, ὅσοι ἐβαπτίσθημεν εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν εἰς τὸν θάνατον αὐτοῦ ἐβαπτίσθημεν. 4συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸν θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν διὰ τῆς δόξης τοῦ πατρός, οὕτως καὶ ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν. 5εἰ γὰρ σύμφυτοι γεγόναμεν τῷ ὁμοιώματι τοῦ θανάτου αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀναστάσεως ἐσόμεθα• 6τοῦτο γινώσκοντες ὅτι ὁ παλαιὸς ἡμῶν ἄνθρωπος συνεσταυρώθη, ἵνα καταργηθῇ τὸ σῶμα τῆς ἁμαρτίας, τοῦ μηκέτι δουλεύειν ἡμᾶς τῇ ἁμαρτίᾳ• 7ὁ γὰρ ἀποθανὼν δεδικαίωται ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας. 8εἰ δὲ ἀπεθάνομεν σὺν Χριστῷ, πιστεύομεν ὅτι καὶ συζήσομεν αὐτῷ, 9εἰδότες ὅτι Χριστὸς ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν οὐκέτι ἀποθνῄσκει, θάνατος αὐτοῦ οὐκέτι κυριεύει. 10ὃ γὰρ ἀπέθανεν, τῇ ἁμαρτίᾳ ἀπέθανεν ἐφάπαξ• ὃ δὲ ζῇ, ζῇ τῷ θεῷ»( Ρωμ. 6, 3-10).
Μιά άποψη για την έννοια της ‘αντικατάστασης’ που περιλαμβάνει την απουσία μας από το Σταυρό παρερμηνεύει παραγράφους όπως την ανωτέρω. Θα έπρεπε να προσαρμόσουμε το κείμενο του Απ. Παύλου και να εισαγάγουμε επανηλειμμένα τις λέξεις « θα ήταν όπως». Π.χ «ἢ ἀγνοεῖτε ὅτι, ὅσοι ἐβαπτίσθημεν εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν εἰς τὸν θάνατον αὐτοῦ θα ήτο ως να ἐβαπτίσθημεν»κλπ.
Όμως τετοια παρερμηνία διαταράσσει την πραγματικότητα της σωτηρίας και μετατρέπει την Χριστιανική ζωή σε μιά αφηρημένη ηθική. Τα μυστήρια μετατρέπονται σε κενές διανοητικές ασκήσεις.
Υπάρχουν και επιπλέον αδυναμίες με τα εγκληματολογικά μοντέλα, αλλά δέν είναι του παρόντος. Το στάδιο της Μεγάλης Σαρακοστής δεν είναι μιά κοινωνική ετήσια υπενθύμηση ενός νομικού γεγονότος. Αντίθετα είναι ένας μυστικός εναγκαλισμός της αληθινής ζωής η οποία περιχωρείται μέσα σε κάθε πιστό. Εχοντας βαπτιστεί στο θάνατο και την ανάσταση του Χριστού, οδεύουμε στον κοινό δρόμο του δικού μας Γολγοθά. Εδώ υποφέρουμε και πεθαίνουμε με το Χριστό έχοντας μοιραστεί μαζί Του τη νηστεία και την προετοιμασία Του. Πεθαίνοντας μαζί Του, χαιρόμαστε με τη νίκη Του/μας πάνω στο θάνατο και τον Αδη και συμμετέχουμε στη γιορτινή ωδή την ώρα που ο θάνατος καταργείται από αυτό που τώρα είναι και ο κοινός μας θάνατος.
Αυτό είναι το μέγαλο μυστήριο της πίστης μας. Όσοι τρώνε το Σώμα και πίνουν το Αίμα του Εσταυρωμένου και Αναστάντος Χριστού, μένουν μαζί Του, όπως Εκείνος μένει μαζι τους και γίνονται συμμμέτοχοι ( όσοι έχουν αληθινό μερίδιο) όλων όσων Του ανήκουν. Αυτή είναι η έννοια της μεγάλης αντικατάστασης- περιχώρησης, το ότι ο Θεός εγίνε ότι είμαστε εμείς για να μπορέσουμε να γίνουμε αυτό που είναι Αυτός.
Ο Χριστός πέθανε για τις αμαρτίες μας σύμφωνα με τις Γραφές.
Του π. Στεφάνου Φρήμαν
Μετάφραση: Φιλοθέη

Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

ΠΡΟΓΑΜΙΑΙΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ - ΣΤΡΑΤΗΓΟΠΟΥΛΟΣ


Προγαμιαῖες σχέσεις μεταγαμιαίων ἀνθρώπων π. Κωνσταντῖνος Στρατηγόπουλος





Τὸ ἐρωτικὸ πλάσμα

Ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴ φύση του εἶναι πλάσμα ἐρωτικό. Ἔχει τὴν τάση νὰ κινεῖται πρὸς ἕνωση. Τὸ ἐπίπεδο στὸ ὁποῖο πραγματοποιεῖται ἡ ἕνωση αὐτὴ εἶναι τριπλό. Κινεῖται πρὸς ἕνωση μὲ τὸ Θεό, μὲ τὸ συνάνθρωπο, καὶ ἑνώνει μὲ τὰ ψυχικὰ καὶ διανοητικά του χαρίσματα ὅλες τὶς δυναμικὲς ποὺ χαρακτηρίζουν τὴν προσωπικότητά του. Πιὸ πρακτικὰ δοσμένο αὐτὸ τὸ σχῆμα θέλει τὸν ἄνθρωπο

α’) Νὰ ἔχει ἀναζητήσεις γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ θάνατο καὶ γιὰ τὰ πέρα ἀπὸ τὴν ὁριζόντια πραγματικότητα

β’) Νὰ θέλει νὰ ἔχει κοινωνία μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους

γ’) Νὰ προσπαθεῖ νὰ ξεπεράσει τοὺς ἐσωτερικοὺς διχασμοὺς ποὺ τὸν ταράσσουν καὶ τὸν κομματιάζουν.

Ἡ προσπάθεια γιὰ τὸ κάθε ἕνα ἀπὸ τὰ προηγούμενα εἶναι ἐρωτική. Ἡ ἐρωτικὴ πορεία κρύβει πάντα μέσα της μία ἔξοδο. Ἔξοδο πρὸς τὸ Θεό, τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἀπὸ τὴν ἐγωιστικὴ αὐταρέσκειά μας.


Ἡ βίωση τοῦ ἔρωτα διὰ τοῦ γάμου 

Χωρὶς τὴν ἀνακάλυψη καὶ βίωση τοῦ προαναφερομένου τριπλοῦ ἐρωτικοῦ ἐπιπέδου, ὁ ἄνθρωπος ζεῖ μία πρακτικὴ βαθιὰ ἀναπηρία. Ἂν ἀναπτύσσει μέρος μόνο ἀπὸ τὶς ἐρωτικές του δυνατότητες, ζεῖ ἐλλιπεῖς καὶ ἀρρωστημένες τὶς πτυχὲς τῆς προσωπικότητάς του. Ἂν π.χ. κοινωνικοποιεῖται χωρὶς ταυτόχρονη ἀναζήτηση ἐρωτικῆς μορφῆς πρὸς τὸ Θεό, καταλήγει σὲ καρκινογόνο κοινωνικότητα. Ἂν πάλι προσπαθεῖ νὰ ἰσορροπήσει τὶς ἐσωτερικές του ἀντίρροπες δυνάμεις χωρὶς ἔξοδο πρὸς τὸ Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, καταλήγει σὲ ἕνα διαλογιζόμενο ὂν ποὺ ψάχνοντας νὰ βρεῖ τὸν ἑαυτὸ του χάνει τὸν ὁρίζοντα τοῦ περιβάλλοντός του.

Ὁ ἔρωτας, ἐπειδὴ εἶναι πράξη ζωῆς τριττῶς ἐκφραζομένη, μόνο μὲ ἑνιαία τριπλῆ ἀντιμετώπιση μπορεῖ νὰ βιωθεῖ. Ὅταν λέμε «ἑνιαία τριπλῆ ἀντιμετώπιση» ἐννοοῦμε ἕνα γεγονὸς ποὺ μπορεῖ νὰ ἀναπτύξει ταυτόχρονα καὶ νὰ γιατρέψει τρία παράλληλα καὶ ὁμοειδῆ στοιχεῖα πού, ἐνῶ εἶναι διακρινόμενα στὶς ἐκδηλώσεις τους, ἔχουν κοινὸ παράγοντα ποὺ τὰ τρέφει καὶ τὰ καλλιεργεῖ.

Αὐτὸς ὁ κοινὸς παράγοντας ποὺ ἐνεργοποιεῖ ἰσορροπημένα ὅλα τὰ στοιχεῖα τοῦ ἔρωτα εἶναι ὁ «γάμος». Τὴ λέξη «γάμος» σήμερα τὴν κατανοοῦμε ἀποσπασματικά, ὡς σχέση τοῦ ἀνδρὸς μὲ τὴ γυναίκα. Ἡ γλώσσα ὅμως τῆς Γραφῆς εἶναι πολὺ εὐρύτερη. Ὁ γάμος ὁρίζεται ὡς σχέση Χριστοῦ καὶ Ἐκκλησίας. Εἶναι ἕνα μυστήριο πρακτικὸ καὶ ταυτόχρονα ἀκατανόητο. Εἶναι ἡ παρουσία τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ «ὅλως συγκροτεῖ» τὸν ἄνθρωπο σὲ ἐρωτικὴ ἰσορροπία. Ἡ ἀποδοχὴ αὐτοῦ τοῦ δεδομένου τῆς δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κάνει τὸν ἄνθρωπο προσωπικότητα ποὺ ζεῖ μέσα ἀπὸ τὸ γάμο. Ποὺ ἀποδέχεται τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐκείνη ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ τὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς ἐκχύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ ἔρωτας εἶναι γεγονὸς γαμικὸ καὶ μόνο ὡς τέτοιο προσεγγίζεται. Εἶναι, δηλαδή, γεγονὸς ἰσχυρῆς ἑνώσεως ποὺ μόνο ἀκατάλυτα δεσμὰ μποροῦν νὰ τὸ συγκρατήσουν. Χωρὶς αὐτὲς τὶς δυνάμεις τοῦ γάμου ὁ ἔρωτας δὲν μπορεῖ νὰ θεραπεύσει τὶς ἀναζητήσεις τοῦ ἀνθρώπου γιὰ ὑπέρβαση, κοινωνία καὶ ἐσωτερικὴ ἰσορροπία.

Ὁ ἄνθρωπος, λοιπόν, εἶναι, μαζὶ μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἐρωτικοῦ, καὶ πλάσμα γαμικό. Ἡ σχέση του μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὸν χαρακτηρίζει. Κανεὶς μέσα στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀνέραστος ἢ ἀγαμικός. Ὁ μοναχὸς καὶ ὁ παντρεμμένος μέσα ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτὸ τοῦ συνεκτικοῦ δεσμοῦ τοῦ γάμου μποροῦν νὰ εἶναι ὄντως μοναχοὶ καὶ ὄντως ἔγγαμοι. Ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ὁμιλεῖ γιὰ προγαμιαῖες σχέσεις. Δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει τέτοιο γεγονός. Εἶναι ἀνυπόστατο. Τὸ προγαμιαῖο καταργεῖ τὴ δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου νὰ ζεῖ ὡς ἄνθρωπος.

Ὁ ὁρισμὸς «προγαμιαῖες σχέσεις» θέλει νὰ προσδιορίσει σήμερα τὴν ὕπαρξη γενετησίων σχέσεων ἔξω ἀπὸ τὸ γάμο. Τέτοιοι ὅμως διαχωρισμοὶ εἶναι ἀδύνατοι. Οἱ γενετήσιες σχέσεις ὑπηρετοῦν στὴν πράξη ὡς βιολογικὲς λειτουργίες τὸ ἐρωτικὸ καὶ γαμικὸ στοιχεῖο ὅπως τὸ προσδιορίσαμε. Στὴ μελέτη τοῦ μακρόκοσμου ἕνας ἀστροφυσικὸς θὰ ἔλεγε πὼς εἶναι ἀδύνατο ἕνας κουὰρκ (τὸ μικρότερο τεμάχιο ὕλης ποὺ ὑπάρχει) νὰ βρεθεῖ μόνο του. Εἶναι πάντα δεσμευμένα. Τὸ ἴδιο θὰ λέγαμε συμβαίνει μὲ τὶς γενετήσιες σχέσεις. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τὶς ἀποδεσμεύσει ἀπὸ τὸ γάμο καὶ τὸν ἔρωτα. Κάθε προσπάθεια γιὰ ἀποδέσμευση ἑνὸς κουὰρκ ἀπὸ τὴ δομὴ ἑνὸς πρωτονίου θὰ χρειαζόταν ὑποθετικὰ τόση ἐνέργεια ὅση χρειάζεται γιὰ νὰ καταστρέψουμε τὸ γαλαξία μας, καὶ μπορεῖ, τὸ σύμπαν. Στὴν ἀστροφυσικὴ οἱ ἔννοιες γίνονται κατανοητές.

Στὸ χῶρο ὅμως τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς τὰ πράγματα δὲν φαίνονται καὶ τόσο δύσκολα. Κι ὅμως, εἶναι ἀρκετὴ μία ἀπογυμνωμένη ἀπὸ ἔρωτα καὶ γάμο γενετήσια σχέση νὰ διαλύσει τὶς ἰσορροπίες λειτουργίας τοῦ μυστηρίου ποὺ λέγεται ἄνθρωπος κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ πλασμένος.


Τὸ πρόβλημα 

Ἡ ἐλλιπὴς βίωση τοῦ ἔρωτα καὶ ἡ ἀδυναμία κατανοήσεως τοῦ βαθύτερου καὶ εὐρύτερου νοήματος τοῦ γάμου ὁδηγεῖ σὲ μία βαθμιαία διάβρωση τοῦ ἐρωτικοῦ χαρακτήρα τοῦ ἀνθρώπου, γίνεται ἀνέραστος, ἐξαρθρώνονται οἱ βασικὲς ἐρωτικές του λειτουργίες στὴν τριπλῆ τους ἔκφραση καὶ ἀναφύονται ποικίλα προβλήματα ἐσωτερικῶν ἀνισορροπιῶν πού, ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαπιστωθοῦν μὲ ἁπλὲς ψυχολογικὲς διαδικασίες, περιγράφονται μὲ λανθασμένη διαγνωστικὴ καὶ φυσικὰ ἀποπροσανατολισμένη θεραπευτική.

Νὰ προσπαθήσουμε νὰ προσεγγίσουμε μὲ λίγα καὶ ἁπλὰ λόγια κάποιους βασικοὺς τομεῖς ποὺ νοσοῦν ἀπὸ τὴν ἔλλειψη ἐρωτικῆς καὶ γαμικῆς ἀγωγῆς καὶ θεραπευτικῆς.


Ἡ συναισθηματικὴ προσέγγιση

Στὸ χῶρο τῶν διανθρωπίνων σχέσεων ἡ ἰσορροπία ἀνδρὸς-γυναικὸς προβάλλεται ὡς συναισθηματικὸ γεγονός. Τολμοῦν μάλιστα νὰ ὁμιλοῦν γιὰ αἰσθήματα καὶ ἀγάπη. Κανεὶς φυσικὰ δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει ἀντίρρηση γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ κόσμου τῶν ἀνθρωπίνων αἰσθημάτων καὶ συναισθημάτων προκειμένου νὰ ἔχουμε ὁλοκληρωμένες προσωπικότητες.

Τὸ λάθος βρίσκεται στὸν ἀνεπαρκῆ καὶ ἐπιδερμικὸ προσδιορισμὸ τῶν συναισθηματικῶν κινήσεων. Χωρὶς τὸ σχῆμα «ἔρωτα –γάμου» ποὺ προαναφέραμε, τὸ συναισθηματικὸ στοιχεῖο, καὶ ἂν ἀκόμη κρύβει κάποια κύτταρα ἀλήθειας, εἶναι ἐπισφαλὲς καὶ χωρὶς θεμέλια. Πίσω ἀπὸ τὸ συναισθηματικὸ στοιχεῖο μπορεῖ νὰ κρύβεται ἕνα ἐνδιαφέρον γιὰ τὸν ἄλλον λόγω ἐξωτερικῶν σχημάτων. Μπορεῖ νὰ κρύβεται ἡ ἀνάγκη νὰ ὑπάρχει κάποιος γιὰ νὰ νοιώθεις πὼς καταξιώνεσαι ὡς ἄνδρας ἢ γυναίκα. Μπορεῖ νὰ ὑποκρύπτεται ἡ ἀνάγκη γιὰ ξεπέρασμα τῆς κοινωνικῆς μοναξιᾶς. Ξεχνοῦν βέβαια πὼς τὸ ξεπέρασμα τῆς κοινωνικῆς μοναξιᾶς δὲν γιατρεύεται ἂν προσπαθεῖς νὰ τὸ ἱκανοποιήσεις διὰ τῆς «χρήσεως» κάποιου προσώπου, ἀλλὰ θεραπεύεται ἂν κατανοήσεις τὴν ἀποτυχία σου. Ἀποτυχία ποὺ ἦλθε ἀπὸ τὸν ἐγωισμὸ καὶ τὸ κλείσιμο στὸν ἑαυτὸ καὶ τὴ μὴ ἀπαντοχὴ τοῦ ἄλλου. Μόνο ὅταν καταλάβεις τὴν ἀποτυχία σου εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσεις πρὸς τὸν ἄλλον χωρὶς νὰ τὸν χρησιμοποιήσεις.

Μπορεῖ, τέλος, πίσω ἀπὸ τὸ συναίσθημα νὰ κρύβεται ἡ ἀνάγκη γιὰ «χρήση» τοῦ ἄλλου πρὸς ἱκανοποίηση σωματικῶν ἀναγκῶν. Πολλοὶ ἐνθουσιώδεις «ἔρωτες» ἔπεσαν σὰν χάρτινος πύργος ὅταν κάποτε ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο δὲν θέλησε νὰ χρησιμοποιεῖται σεξουαλικά. Ἡ χρησιμοποίηση τοῦ ἄλλου γιὰ σεξουαλικὴ κατανάλωση τινάζει στὸν ἀέρα ὁποιαδήποτε μορφὴ ἀγάπης. Ἡ ἀγάπη «οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς». Ἂν τὸ σὲξ ἔλθει ὡς καρπὸς τῆς πορείας μέσα ἀπὸ τὸ σχῆμα «ἔρωτας-γάμος» εἶναι ἀποτέλεσμα ἁγιοπνευματικῆς ἀναπτύξεως καὶ ἔχει ἐλαχιστοποιήσει τὸν κίνδυνο καταναλωτικῆς προσεγγίσεως τοῦ ἄλλου προσώπου. Ἕνας σπόρος πάντα θέλει πορεία γιὰ νὰ γίνει καρπός. Μόνο τὰ ὁρμονικὰ προϊόντα ἀναπτύσσονται γρήγορα. Μόνο ποὺ εἶναι καρκινογόνα.

Ἡ πορεία μέσα ἀπὸ ἕνα σχῆμα ποὺ λέγεται σωματικὴ ἀνάγκη – σὲξ - ἱκανοποίηση καταστρέφει τὶς πτυχὲς τὶς λεπτές τοῦ συναισθηματικοῦ πεδίου τοῦ ἀνθρώπου. Λειτουργοῦν μόνο τὰ ζωώδη καὶ καταπατοῦνται τὰ ἀνθρώπινα. Διαταράσσεται ὁλόκληρη ἡ ἰσορροπία τῶν δομῶν τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, ποὺ εἶναι φτιαγμένη νὰ λειτουργεῖ τὴν ἀγάπη ὡς ἔρωτα-γάμο ἁγιοπνευματικὴς δωρεᾶς.


Ἡ ψυχολογικὴ προσέγγιση 

Ἐὰν οἱ τροχοὶ ἑνὸς αὐτοκινήτου δὲν ἀκολουθοῦν τὶς ὁδηγίες ποὺ δίνονται ἀπὸ τὸν ὁδηγό, τότε ἡ καταστροφὴ εἶναι σίγουρη. Ὁ συναισθηματικὸς παράγοντας, ἐὰν δὲν ἐξομαλυνθεῖ καὶ σμιλευθεῖ κάτω ἀπὸ τὴν καθοδήγηση τῶν ροπῶν τῆς ψυχῆς, τότε ἀποπροσανατολίζεται σύμφωνα μὲ τὶς προτάσεις ποὺ διαγράψαμε στὸ προηγούμενο κεφάλαιο.

Τὰ λεγόμενα συναισθήματα εἶναι ἐκφράσεις τῆς κατ’ εἰκόνα Θεοῦ πλασμένης ἀνθρώπινης ὑποστάσεως. Ἡ ψυχή, ἐνεργοποιούμενη ἀπὸ τὴ δυναμικὴ κίνηση «ἔρωτος-γάμου» καλλιεργεῖ χαρίσματα καὶ ἐκφράσεις αἰώνιας προοπτικῆς. Αὐτὸ τὸ «αἰώνιο» δομικὸ ὑλικὸ ποὺ ζυμώνεται μέσα στὸν ἄνθρωπο ἀποτελεῖ μία ἀσφαλιστικὴ δικλείδα ἀντιμετωπίσεως τῶν διακυμάνσεων τοῦ βίου. Αὐτὸ τὸ «αἰώνιο» ὑλικὸ νικάει καὶ τὸν ἴδιο τὸ θάνατο ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζήσει τὴν τραγωδία τῆς διαστάσεως σώματος καὶ ψυχῆς τὴν ὥρα τοῦ θανάτου. Ἂν ἡ καλλιέργεια αὐτοῦ τοῦ δομικοῦ ὑλικοῦ δὲν γίνεται κάτω ἀπὸ σωστὲς προϋποθέσεις, διαταράσσεται, καὶ ἀκολουθεῖ ἀποσύνθεση καὶ ἐξάρθρωση ὅλων τῶν ἐπὶ μέρους ἐκδηλώσεων τῆς προσωπικῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου.

Ὅταν τὰ θεμέλια εἶναι σαθρὰ ὅλο τὸ οἰκοδόμημα εἶναι ἐπικίνδυνο. Ἡ ψυχὴ ψάχνει συνέχεια ὡς τροφὴ της τὸν «ἔρωτα-γάμο». Ἡ πορεία της μέσα στὸν κόσμο εἶναι συνεχῶς ἀναγωγικὴ στὴ σχέση μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Φεύγει μόνο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Ἔξω ἀπ’ αὐτὴν δὲν κλείνει δρόμους πρὸς τοὺς ἄλλους, δὲν διασπᾶ δεσμοὺς κοινωνικότητας. Δὲν φτιάχνει καὶ σπάζει δεσμοὺς κατ’ ἀρέσκειαν. Φτιάχνοντας καὶ σπάζοντας καὶ ἀνακατασκευάζοντας καὶ ἀνακαταστρέφοντας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καλλιεργηθεῖ τὸ δομικὸ ὑλικό. Ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας στερεώνει τὸ δομικὸ ὑλικὸ καὶ τοῦ δίνει δυνατότητα γιὰ κοινωνικὴ ἐργασία, ποὺ σημαίνει μία συνεχῆ ἀνάπτυξη τῆς ἑνότητας τοῦ κόσμου. Γι’ αὐτὸ οἱ ἅγιοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ δίνουν τὸ στίγμα τῆς πορείας τῆς ἑνότητας τοῦ κόσμου.

Σ’ ἕνα μοντέλο προγαμιαίων σχέσεων ὅλη αὐτὴ ἡ λειτουργία τοῦ δομικοῦ ὑλικοῦ τινάζεται στὸν ἀέρα. Ἐφ’ ὅσον ὁ πλησίον ἄνδρας ἢ γυναίκα εἶναι πρὸς «χρήση», ἐφ’ ὅσον δὲν δέχεσαι νὰ προσφέρεις τὸ «δομικό σου ὑλικὸ» γιὰ νὰ μποῦν τὰ πρῶτα θεμέλια της κοινωνίας καὶ νὰ συγκροτηθεῖ ὁ πρῶτος πυρήνας κοινωνίας, ἡ οἰκογένεια, οἱ σχέσεις μὲ τὸ ἄλλο πρόσωπο εἶναι ἀντικοινωνικές, δηλαδὴ τραγικές.

Οἱ ἀλλεπάλληλες ἀλλαγὲς συντρόφων ἀφήνουν βαθειὰ ρήγματα στὸ ψυχικὸ δομικὸ ὑλικό. Ὅσο πιὸ προχωρημένη εἶναι ἡ σχέση κι ὅσο πιὸ ψευτο-ὁλοκληρωμένη εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸ σχῆμα ἔρωτας-γάμος, τόσο περισσότερο καταστρέφεται βάναυσα, μπορεῖ καὶ ἀνεπανόρθωτα, ἡ μόνη ἐλπίδα τοῦ κόσμου νὰ γίνει ἡ ἀνθρώπινη μάζα ὄντως κοινωνία. Οἱ «ὁλοκληρωμένες» σχέσεις στὸ προγαμιαῖο ἐπίπεδο εἶναι μία ἀτομικὴ βόμβα στὸ σῶμα τῆς κοινωνίας. Ἄνθρωποι μὲ κατεστραμμένο δομικὸ ὑλικὸ δὲν θὰ μπορέσουν νὰ γίνουν μπροστάρηδες γιὰ κοινωνικὴ ἀναμόρφωση καὶ ἀναδόμηση. Ἡ μετάνοια βέβαια ἔχει τὴ δύναμη νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν κάνει ἀκόμη καὶ ἅγιο. Τὰ στίγματα ὅμως τῆς ἁμαρτίας ὁδηγοῦν τὸ σῶμα στὴ διάλυση «ἵνα μὴ τὸ κακὸν ἀθάνατον γένηται». Κι ἐδῶ ἀναφύεται τὸ θέμα τῆς βιολογικῆς προσέγγισης τοῦ ἔρωτα.


Ἡ βιολογικὴ προσέγγιση τοῦ ἔρωτα

Νὰ διατυπώσουμε ἁπλὲς σκέψεις: Τὸ σῶμα ἔχει αἰσθήσεις. Χωρὶς τὶς αἰσθήσεις δὲν θὰ ὑπῆρχε ἡ ἐπαφὴ μὲ τὸ περιβάλλον. Τὰ κύτταρα τῶν αἰσθήσεων ἐνεργοποιοῦν τὰ μηνύματα τοῦ ἔξω κόσμου καὶ τὰ κάνουν ὁρατές, γευστικές, ἀκουστικές, ἐπιδερμικὲς ἐμπειρίες. Τὰ κύτταρα τῆς ἁφῆς, τὰ γευστικὰ κύτταρα, τὰ ἀκουστικὰ κύτταρα κ.λπ., ἂν ὑποστοῦν μία βάναυση προσβολὴ καταστρέφονται καὶ δὲν λειτουργοῦν προσωρινὰ ἢ μερικὲς φορὲς γιὰ πάντα. Ἕνα ἔντονο φῶς μπορεῖ νὰ ἀφαιρέσει ἀπὸ τὸ ὀπτικὸ κύτταρο τὴ δυνατότητα τῆς ὁράσεως. Ὁ ἔρωτας εἶναι καὶ μία αἴσθηση. Δὲν παύει νὰ εἶναι μία αἴσθηση, καὶ μέσα στὰ πλαίσια τῆς συζυγίας ἀνδρὸς-γυναικὸς λειτουργεῖ καὶ ὡς αἴσθηση. Ποιὸς ἀσχολήθηκε ποτὲ μὲ τὰ «ἐρωτικὰ κύτταρα»;

Ἡ ἔξω ἀπὸ τὶς προϋποθέσεις «ἔρωτας-γάμος» προγαμιαία σεξουαλικὴ σχέση σύμφωνα μὲ τὶς προηγούμενες σκέψεις, ἀφοῦ θὰ καταστρέψει τὸ συναισθηματικὸ καὶ ψυχολογικὸ πεδίο, θὰ προχωρήσει καὶ στὴν καταστροφὴ τῶν ἐρωτικῶν κυττάρων. Ἡ ἀποσπασματικὴ χρήση τοῦ σὲξ ὡς βιολογικῆς ἀνάγκης διαλύει σίγουρα τὰ ἐρωτικὰ κύτταρα. Ἂν χρησιμοποιήσω τὰ κουπιὰ μιᾶς βάρκας γιὰ νὰ παίξω τέννις στὴν παραλία, τὰ κουπιὰ θὰ εἶναι σπασμένα ὅταν θὰ ἔρθει ἡ ὥρα νὰ λειτουργήσουν στὸ φυσικό τους περιβάλλον στὴν ἰσορροπία νεροῦ-βάρκας. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν εὔκολα μπορεῖ νὰ περιγραφεῖ τὸ ὑπόδειγμα τοῦ ἀνικανοποίητου σεξουαλικὰ Δὸν Ζουάν. Ὅσες περισσότερες σχέσεις, τόσο περισσότερα κατεστραμμένα «ἐρωτικὰ κύτταρα», τόσο μεγαλύτερη ἀδυναμία γιὰ ἐρωτικὴ σεξουαλικὴ σχέση.

Οἱ «εἰδικοὶ» σεξολόγοι θὰ πρέπει νὰ λάβουν ὑπ΄ ὄψιν σοβαρὰ τὸν παράγοντα αὐτὸν ἂν θέλουν νὰ βοηθήσουν τοὺς «πελάτες» τους. Ἕνας στομαχολόγος ποτὲ δὲν θὰ προτείνει φαγητὰ μὲ καρυκεύματα στὸν ἀσθενῆ του. Ἀπορῶ γιατί ἕνας σεξολόγος προτείνει περισσότερο σὲξ στὸν ἐρωτικὰ ἀνικανοποίητο «πελάτη» του. Φυσικὰ τὴ λύση δὲν τὴν περιμένουμε ἀπὸ τὸ Βιάγκρα. Μὲ χάπια δὲν φτιάχνεται ἔρωτας. Τὸ μόνο ποὺ φτιάχνεται, σίγουρα, μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ ἱκανοποίηση πὼς ὁ ἀσθενὴς τὰ κατάφερε. Κι ἔτσι ξαναπαίζει τὸ παιχνίδι τῆς καταστροφῆς. Τὰ κατάφερε σημαίνει πὼς μπόρεσε ν’ ἀποδείξει πὼς εἶναι ἄνδρας. Ἄρα μπόρεσε νὰ ἐκφράσει τὴ δύναμή του. Δηλαδή, ἀπέδειξε τὸν κατακτητικὸ ἐγωισμό του. Τὸ ἀποτέλεσμα ἔρχεται ὡς φαῦλος κύκλος.

Ὁ ἐγωισμὸς σπάει τὴ σχέση τῶν προσώπων. Τὰ συναισθήματα δὲν ὑπάρχουν ἐφ’ ὅσον πρέπει νὰ καταξιωθεῖς. Τὸ «δομικὸ ὑλικό» τῆς ψυχῆς καταστρέφεται περισσότερο. Τότε καὶ μόνο τότε μπορεῖ κανεὶς νὰ καταλάβει τὸ λόγο τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν πρότασή της γιὰ ἀποφυγὴ προγαμιαίων σχέσεων. Εἶναι μία πρόταση ποὺ ὄχι μόνο δὲν βδελύσσεται τὸν ἔρωτα, ἀλλὰ ἀντίθετα θέλει νὰ τὸν διασώσει καὶ ν’ ἀναδείξει τὸν ἄνθρωπο ὡς τὸ ὄντως ἐρωτικὸ πλάσμα ποὺ δημιούργησε ὁ Θεός. Ἕνα πλάσμα ποὺ ἀγαπάει τὸ Θεό, τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἐναρμονίζει τὶς ἐσωτερικές του λειτουργίες μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἕνα πλάσμα ποὺ ζεῖ ἕνα καὶ μοναδικὸ γάμο ὡς ἑνότητα μὲ τὸ Χριστό, κι ἐκεῖ μέσα ἐντάσσει τὸ γάμο μὲ τὸ ἄλλο φύλο, τὸ γάμο μὲ τὴν ἄσκηση, τὸ γάμο μὲ τὸ μοναχισμό. Ὁ Χριστιανὸς ποτὲ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι προγαμιαῖος. Βρίσκεται στὸ κέντρο τῆς ζωῆς καὶ γι’ αὐτὸ στὸ κέντρο τῆς ζωῆς τοῦ γάμου μὲ τὸ Χριστό.


Ὁ μεταγαμιαῖος ἄνθρωπος

Χωρὶς αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις, οἱ προγαμιαῖες σχέσεις εἶναι ἀδύνατες ὡς κατάσταση ζωῆς, ἀλλὰ δυνατὲς μόνο ὡς κατάσταση ἀσθένειας.

Τὸ μόνο σίγουρο εἶναι πὼς τὸ προγαμιαῖο θὰ ἀπογοητεύσει σύντομα τὸν ἄνθρωπο καὶ στὸ τέλος θὰ προσπαθεῖ νὰ βρεῖ τὸν ἑαυτό του σὲ δρώμενα ἔξω ἀπὸ τὸ γάμο. Τότε μποροῦμε νὰ μιλήσουμε γιὰ τὸ μεταγαμιαῖο ἄνθρωπο, ποὺ ψάχνει κάπου ἀλλοῦ τὴν εὐτυχία του στὰ πέρα ἀπὸ τὸ γάμο. Ἀλλὰ ὁ γάμος παραμένει ἕνα ἀξεπέραστο γεγονὸς ὡς σχέση μὲ τὸ Χριστό, μὲ τὴν Ἐκκλησία. Ὅπως δὲν ὑπάρχει οὔτε προεκκλησιαστικὴ καὶ μετεκκλησιαστικὴ ἐποχή, ἔτσι δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει οὔτε προγαμιαῖος οὔτε μεταγαμιαῖος δεσμός.
 

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2013

ΠΕΡΙ ΤΡΙΑΔΟΣ

ΠΕΡΙ ΤΡΙΑΔΟΣ
ΚΑΙ
ΠΡΟΣΩΠΟΥ
Πονηθέν υπό του εν θεολόγοις ελαχίστου
Μιχαήλ Μπερκουτάκη,
εν έτει σωτηρίω 2007.

Ήγουν, επί της Ορθοδόξου Τριαδολογίας,
σχόλιον εκτενές εις ιβ΄ (12) ερωταποκρίσεις,

Αφιερώνεται στη μικρή μας κορούλα, Σωφρονία-Μελάνη, «...την ως στρουθίον, αφ’ ημών πετασθείσαν, εκ θανάτου, προς την χώραν των ζώντων, εκ κλαυθμώνος, προς ευφροσύνην την άληκτον, και εκ σκότους, προς το Φως το ανέσπερον. Ην και ανάδειξον, ω Αγία Τριάς ο Θεός μου, Πάτερ, Υιέ, και Άγιον Πνεύμα, κοινώνον της απορρήτου Σου Δόξης, μετ’ αγγέλων τε, ασίγητον λάτρην...»
«ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΩΜΕΝ,
ΚΑΙ ΤΟΝ ΥΙΟΝ
ΔΟΞΟΛΟΓΉΣΩΜΕΝ,
ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΝΑΓΙΟΝ ΟΜΟΥ, ΠΑΝΤΕΣ ΠNEYMA ΑΝΥΜΝΗΣΩΜΕN,
ΚΡΑΖΟΝΤΕΣ ΚΑΙ ΛΕΓΟΝΤΕΣ, ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΡΙΑΣ, ΣΩΣΟΝ
ΠΑΝΤΑΣ ΗΜΑΣ»
(μακαρισμοί α΄ Ήχ.)
ΕΡΩΤΗΣΗ 1η: Άκουσα κάποιους, να λένε, ότι ο άγιος Περγάμου κ. Ιωάννης Ζηζιούλας επαναδιατύπωσε την Ορθόδοξη Θεολογία, και ότι είναι ο σημαντικότερος ορθόδοξος θεολόγος μετά από τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Είναι, άραγε, σωστή αυτή η αποψη;
Όχι, βέβαια. Η άποψη αυτή είναι εξωφρενικά παράλογη, και, μάλλον, αποτελεί ένδειξη μεγάλης σύγχυσης. Ο άγιος Περγάμου κ. Ιωάννης Ζηζιούλας είναι ένας απλός πανεπιστημιακός καθηγητής (με πανορθόδοξο, βέβαια, κύρος και αναγνώριση), που μελετά συστηματικά και επιστημονικά την Ορθόδοξη Θεολογία. Δεν είναι, όμως, τίποτα παραπάνω από αυτό. Σαν τον άγιο Περγάμου κ. Ιωάννη Ζηζιούλα υπήρξαν, υπάρχουν, και θα υπάρξουν στο μέλλον, χιλιάδες ακαδημαϊκοί θεολόγοι. Κάποιοι, μάλιστα, από αυτούς, συγκρινόμενοι μαζί του, είναι, ως μελετητές και επιστήμονες, ανώτεροί του. Έχω, τέλος, την αίσθηση, ότι σε ορισμένα σημεία οι θεολογικές θέσεις του κ. Ι. Ζηζιούλα δεν εκφράζουν με απόλυτη ακρίβεια τη διδασκαλία της Εκκλησίας, γι’ αυτό και χρειάζεται προσοχή στην αποτίμησή τους.
Κοντολογίς, το να εξισώνεται ένας απλός πανεπιστημιακός καθηγητής με τον κορυφαίο, κατά τη γνώμη μας, Πατέρα και Διδάσκαλο της Εκκλησίας, είναι τόσο παράλογο, όσο το να εξισώνεται ένας υπεραιωνόβιος γέρος με τον καλύτερο εν ενεργεία ακροβάτη του κόσμου, με μόνο το επιχείρημα, ότι μπορεί, να περπατήσει.
__________________________________________________________________
ΕΡΩΤΗΣΗ 2η: Ποιο είναι το νόημα του όρου: «εκκλησιαστική εμπειρία»;
Για να κατανοήσουμε το πραγματικό νόημα αυτού του όρου, πρέπει, πρώτα από όλα, να αναπτύξουμε συνοπτικά τη διδασκαλία της Ορθόδοξης Θεολογίας σχετικά με τη διάκριση Ουσίας και Ενεργειών στην αιώνια ύπαρξη του Θεού. Η διάκριση αυτή έγινε αρχικά από τους Καππαδόκες Πατέρες (Μέγας Βασίλειος και Γρηγόριος ο Θεολόγος), και αναπτύχθηκε εκτενέστερα τον 14ο αιώνα από τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά, Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης (Ησυχαστικές Έριδες).
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκκλησίας ένα «τμήμα» της Ύπαρξης του Θεού είναι τελείως άγνωστο, αμέθεκτο, και απρόσιτο στον άνθρωπο. Το άγνωστο «τμήμα» της Ύπαρξης Του Θεού ονομάζεται «Θεία Ουσία» ή «Θεία Φύση». Η Θεία Ουσία αποτελεί την πραγματική Ύπαρξη (το όντως «είναι») του Θεού, και ο άνθρωπος αδυνατεί, να τη γνωρίσει, γιατί η ανθρώπινη φύση δεν αντέχει την κοινωνία (επαφή) με αυτήν. Ο Απόστολος Παύλος, αναφερόμενος στην αδυναμία του ανθρώπου, να γνωρίσει την Ουσία του Θεού, γράφει, ότι ο Θεός είναι «...φως απρόσιτον, ο είδεν ουδείς ανθρώπων, ουδέ ιδείν δύναται...» (Α΄ Τιμ. 6, 16), ενώ στην Παλαιά Διαθήκη ο Θεός λέει στο Μωυσή: «...Ου δυνήση ιδείν το Πρόσωπόν Μου. Ου γαρ μη ίδη άνθρωπος το Πρόσωπόν Μου και ζήσεται...» (Εξδ. 33, 20). Θα μπορούσαμε, να παρομοιάσουμε την Ουσία του Θεού με την ουσία του Ήλιου. Όπως, δηλαδή, ο άνθρωπος δεν μπορεί, όσο και να το θέλει, να μπει στον πυρήνα του Ήλιου, επειδή το σώμα του δεν αντέχει την ηλιακή ακτινοβολία και θερμότητα, έτσι, είναι αδύνατον, να έρθει ο άνθρωπος σε επαφή με την Ουσία του Θεού, και να ζήσει.
Ενώ, όμως, η Θεία Ουσία είναι εντελώς άγνωστη, ένα άλλο «τμήμα» της Ύπαρξης Του Θεού είναι γνωστό, μεθεκτό, και προσιτό στον άνθρωπο. Το γνωστό «τμήμα» της Ύπαρξης του Θεού ονομάζεται «Φυσικές Ενέργειες» ή «Ενέργειες» ή «Θεία Χάρις». Οι Φυσικές Ενέργειες του Θεού είναι «άκτιστες» (δηλαδή, αδημιούργητες, αιώνιες, άναρχες, υπάρχουν στο Θεό πριν από τη δημιουργία του κόσμου, πριν την αρχή του χώρου και του χρόνου), έχουν όλες τις φυσικές ιδιότητες της Θείας Φύσης, και μεταφέρουν τη «γνώση» τους στον άνθρωπο. Πιο απλά, όπως η Φύση του Θεού είναι π.χ. φως, αγάπη, ταπείνωση, ζωή αιώνιος κτλ, έτσι και οι Φυσικές Ενέργειες του Θεού είναι π.χ. φως, αγάπη, ταπείνωση, ζωή αιώνιος κτλ.
Μετέχοντας στις Φυσικές Ενέργειες του Θεού, ο άνθρωπος μπορεί, να «γνωρίσει» τις ιδιότητες της Θείας Φύσης, να γίνει, κατά τον Απόστολο Πέτρο, «Θείας Φύσεως κοινωνός» (Β΄ Πετρ. 1, 4). Να «γνωρίσει», δηλαδή, μέσα από τη μετοχή του στις Ενέργειες του Θεού, όχι την Ουσία του Θεού, αλλά τις φυσικές Της ιδιότητες. Θα μπορούσαμε, να παρομοιάσουμε τις Φυσικές Ενέργειες του Θεού με τις φυσικές ενέργειες του Ήλιου. Όπως, δηλαδή, οι ενέργειες του Ήλιου έχουν τις ίδιες ιδιότητες με την ηλιακή φύση (π.χ. φως, θερμότητα), και μεταφέρουν αυτές τις ιδιότητες προς τον άνθρωπο, «γνωρίζοντάς» του, όχι την απρόσιτη και αμέθεκτη ηλιακή φύση, αλλά τις φυσικές της ιδιότητες, έτσι και οι Ενέργειες του Θεού έχουν τις ίδιες ιδιότητες με τη Θεία Φύση (π.χ. φως, αγάπη, ταπείνωση, ζωή αιώνιος), και μεταφέρουν αυτές τις ιδιότητες σε εμάς, «γνωρίζοντάς» μας, όχι την απρόσιτη και αμέθεκτη Θεία Φύση, αλλά τις φυσικές της ιδιότητες. Ο Χριστός, μιλώντας για τη δυνατότητα του ανθρώπου, να «γνωρίσει» το Θεό, μετέχοντας στις Ενέργειες Του, είπε: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. 5, 8).
Από τα δημιουργήματα του Θεού μόνο οι άνθρωποι και οι άγγελοι έχουν τη δυνατότητα, να μετέχουν στις Φυσικές Ενέργειες του Θεού. Η μετοχή αυτή χαρακτηρίζεται στη γλώσσα της Ορθόδοξης Θεολογίας, ως «Θεοπτία», ή «Θέωση», ή «Θεωρία», και αποτελεί το μοναδικό σκοπό της δημιουργίας του ανθρώπου, το πρώτο και έσχατο νόημα του ανθρώπινου βίου, τον πραγματικό λόγο, για τον οποίο ο Θεός μας έφερε «...εκ του μη όντος, εις το είναι...». Ο Μέγας Αθανάσιος αναφέρει ενδεικτικά, ότι: «...ο άνθρωπος εις το οράν τον Θεόν γέγονεν, και υπ’ Αυτού φωτίζεσθαι...».
Με τη μετοχή του στις Φυσικές Ενέργειες του Θεού ο άνθρωπος πετυχαίνει δύο πράγματα:
α) Μεταμορφώνεται και γίνεται όμοιος με το Θεό («θεός κατά χάριν» ή «θεός κατά μέθεξιν»). Αυτό συμβαίνει, γιατί ο άνθρωπος, μετέχοντας στις Ενέργειες του Θεού, προσοικειώνεται, τόσο τις ιδιότητες της Θείας Φύσης, όσο και τον Προσωπικό τρόπο ύπαρξης του Θεού. Θα μπορούσαμε, να παρομοιάσουμε την προσοικείωση των ιδιοτήτων της Θείας φύσης από τον άνθρωπο με το πυρωμένο σίδερο. Όπως, δηλαδή, το σίδερο, που μετέχει στη φωτιά, ενώνεται μαζί της, και προσοικειώνεται τις φυσικές της ιδιότητες (π.χ. γίνεται φωτεινό, κόκκινο, και θερμό), έτσι και ο άνθρωπος, που μετέχει στο Θεό, ενώνεται μαζί Του, και προσοικειώνεται τις φυσικές ιδιότητες της Θείας Φύσης (π.χ. γίνεται φως, αγάπη, ταπείνωση, ζωή αιώνιος).
β) Αποκτά την αληθινή «γνώση» του Θεού (Θεογνωσία). «Γνωρίζει», δηλαδή, πραγματικά (οντολογικά) το Θεό, και, έτσι, μπορεί, να μιλήσει για Αυτόν στους ανθρώπους. Σε αντίθεση, λοιπόν, με τους φιλόσοφους και τους αιρετικούς οι Άγιοι πρώτα «γνώρισαν» πραγματικά (οντολογικά) το Θεό, μετέχοντας στις Φυσικές Του Ενέργειες, και μετά εξέφρασαν με ανθρώπινη γλώσσα την εμπειρία της Θεοπτίας, που τους χάρισε ο Θεός. Συνεπώς, η διδασκαλία της Εκκλησίας για το Θεό (Ορθόδοξη Τριαδολογία) δεν είναι ανθρώπινο κατασκεύασμα, αλλά «Αποκάλυψη», που δόθηκε από το Θεό, ως δωρεά, στους Αγίους.
Με βάση τα ανωτέρω, καταλήγουμε στον εξής ορισμό: «εκκλησιαστική εμπειρία» είναι η μετοχή του ανθρώπου στις Άκτιστες και Φυσικές Ενέργειες της Αγίας Τριάδας, μέσα από την οποία ο άνθρωπος γίνεται όμοιος με το Θεό («θεός κατά χάριν» ή «θεός κατά μέθεξιν), και αποκτά την αληθινή Θεογνωσία. Πιο απλά, «εκκλησιαστική εμπειρία» είναι η Θέωση και η Θεοπτία, εννοούμενες ως πραγματική (όχι συμβολική ή φανταστική) ένωση του κτιστού ανθρώπου με την άναρχη και άκτιστη Ύπαρξη του Θεού.
Αξίζει, να διευκρινίσουμε, ότι με τον όρο «εκκλησιαστική εμπειρία» δεν δηλώνεται η γλωσσική διατύπωση της εμπειρίας της Θέωσης, αλλά η ίδια η εμπειρία της Θέωσης. Τονίζουμε τη διευκρίνιση αυτή, γιατί αν δεχθούμε την άποψη, ότι «εκκλησιαστική εμπειρία» είναι η γραπτά διατυπωμένη στα έργα των Πατέρων και τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων θεολογική και φωτιστική εμπειρία της Εκκλησίας, τότε:
α) όλοι οι άνθρωποι (και οι εμπαθείς) έχουν δυνατότητα πρόσβασης στην «εκκλησιαστική εμπειρία», και, συνεπώς, μπορούν, να τη γνωρίσουν, διαβάζοντας βιβλία, να την κατανοήσουν λογικά, και να την ερμηνεύσουν (πράγμα άτοπο, αφού εμείς, ως αμαρτωλοί, δεν έχουμε εμπειρία της αληθινής Θεοπτίας και Θεογνωσίας, και, ως εκ τούτου, αγνοούμε αυτό, που πραγματικά είναι η «εκκλησιαστική εμπειρία»).
β) οι αγράμματοι χριστιανοί έχουν μειωμένη δυνατότητα πρόσβασης στην «εκκλησιαστική εμπειρία», και, συνεπώς, υστερούν έναντι των μορφωμένων, αφού αγνοούν τη γλωσσική της διατύπωση, και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν, να τη γνωρίσουν διαβάζοντας βιβλία, να την κατανοήσουν λογικά, και να την ερμηνεύσουν (πράγμα, επίσης, άτοπο, αφού και αγράμματοι άνθρωποι –όπως π.χ. ο Τίμιος Πρόδρομος– μπόρεσαν, να φτάσουν στη Θέωση, και να γνωρίσουν αυτό, που πραγματικά είναι η «εκκλησιαστική εμπειρία»).
Επειδή, λοιπόν, «εκκλησιαστική εμπειρία» είναι η ίδια η εμπειρία της Θέωσης, και όχι η γλωσσική της διατύπωση, ακόμη και αν εξαφανιστούν όλα τα κείμενα της Ορθόδοξης Θεολογίας (Αγία Γραφή, έργα Πατέρων, αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων κτλ), η «εκκλησιαστική εμπειρία» θα είναι και πάλι παρούσα στη ζωή της Εκκλησίας. Έτσι, οι ζώντες Άγιοι θα μπορούν, να γράψουν νέα βιβλία, που θα είναι ισάξια με τα παλιά (Θεόπνευστα), γιατί σε αυτά θα σημαίνεται με κτιστές ανθρώπινες λέξεις η ίδια εμπειρία Θέωσης και Θεογνωσίας.
______________________________________________________________________
ΕΡΩΤΗΣΗ 3η: Είναι αρκετή η παράθεση πλήθους αγιογραφικών και πατερικών παραπομπών, για να αποδειχθεί η Πατερικότητα, και ο Ορθόδοξος χαρακτήρας ενός κειμένου;
Ασφαλώς, όχι. Για να χαρακτηρισθεί ένα θεολογικό κείμενο ως Ορθόδοξο, ή ως Πατερικό, πρέπει, να εκφράζει με γνησιότητα και ακρίβεια το πνεύμα της Εκκλησιαστικής μας Παράδοσης. Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μας, το μόνο ασφαλές κριτήριο. Από εκεί και πέρα, ο κάθε θεολόγος, προκειμένου να αποδείξει την ορθότητα και τη γνησιότητα των απόψεών του, μπορεί, αν το κρίνει σκόπιμο, να αναφέρει λίγες ή πολλές γραπτές μαρτυρίες από τα έργα των Αγίων. Αυτό, όμως, μόνο επικουρικά βοηθάει το έργο του. Αν το κείμενό του δεν αποτελεί γνήσια και ακριβή έκφραση του πνεύματος της Θεολογίας των Αγίων, τότε, ακόμη και αν τα γραφόμενά του συνοδεύονται από πλήθος αγιογραφικών και πατερικών παραπομπών, οι απόψεις του θα παραμένουν λανθασμένες. Τα θεολογικά, για παράδειγμα, κείμενα των Μαρτύρων του Ιεχωβά περιέχουν πλήθος αγιογραφικών παραπομπών. Αυτό, όμως, δεν αποδεικνύει από μόνο του, ότι εκφράζουν με γνησιότητα και ακρίβεια την περί Θεού διδασκαλία της Αγίας Γραφής. Αντιστρόφως, τα κείμενα, για παράδειγμα, του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη ή του γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστή παραπέμπουν ελάχιστα σε αγιογραφικές ή πατερικές μαρτυρίες. Παρά ταύτα, όμως, εκφράζουν, κατά γενική ομολογία, με γνησιότητα και ακρίβεια το πνεύμα της Ορθόδοξης Θεολογίας.
Οι Άγιοι, τέλος, δεν χρειάζονται την Αγία Γραφή ή τα έργα των Πατέρων, για να διδαχθούν, ή για να διδάξουν τη διδασκαλία της Εκκλησίας, γιατί γνωρίζουν τη Θεολογία μέσα από την εμπειρία της Θέωσης. Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος γράφει χαρακτηριστικά στον λόγο του «Προς τον Ποιμένα»: «...Διδάσκαλος εστίν όντως, ο νοεράν δέλτον γνώσεως δακτύλω Θεού, ήγουν ενεργεία ελλάμψεως, εξ Αυ-τού κομισάμενος, και των λοιπών βίβλων ανενδεής γενόμενος. Απρεπές διδασκάλοις εξ αντιγράφων παιδεύειν, και ζωγράφοις εκ πινάκων παλαιών σημειούσθαι....».
_______________________________________________________________________
ΕΡΩΤΗΣΗ 4η: Είναι αιρετικός ο ιερός Αυγουστίνος και η διδασκαλία του;
Κάποιοι θεολόγοι, αντιμετωπίζοντας τον ιερό Αυγουστίνου ως κακόδοξο και αιρετικό, υποστηρίζουν, ότι άλλη είναι η Πατερική περί Θεού και Προσώπου διδασκαλία, και άλλη είναι η αντίστοιχη διδασκαλία του ιερού Αυγουστίνου. Έτσι, κατά τη γνώμη τους, ενώ η Πατερική διδασκαλία είναι Ορθόδοξη, η διδασκαλία του ιερού Αυγουστίνου (ως μη Πατερική) είναι κακόδοξη και αιρετική. Αν, όμως, έτσι έχουν τα πράγματα, τότε γιατί κανένας Πατέρας της Εκκλησίας δεν κατηγόρησε ποτέ ως αιρετικό τον ιερό Αυγουστίνο; Γιατί δεν καταδικάστηκε ποτέ από τις Οικουμενικές Συνόδους η περί Θεού και Προσώπου διδασκαλία του ως κακόδοξη και αιρετική; Αν, πάλι, οι ίδιοι οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν κατηγόρησαν ποτέ ως κακόδοξη την εν λόγω διδασκαλία του ιερού Αυγουστίνου, τότε με ποια λογική οι σύγχρονοι θεολόγοι υποστηρίζουν, ότι είναι στο σύνολό της λανθασμένη και κακόδοξη; Μήπως, τελικά, αυτοί, ως σοφότεροι και διακριτικότεροι, κατανόησαν καλύτερα από τους Πατέρες τις κακοδοξίες της διδασκαλίας του ιερού Αυγουστίνου;
Επί του προκειμένου ζητήματος ισχύουν, κατά τη γνώμη μας, τα εξής: κανένας χριστιανός δεν είναι αλάθητος. Από το γενικό αυτό κανόνα δεν εξαιρείται κανείς, ούτε οι Απόστολοι, ούτε οι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας, ούτε –πολύ περισσότερο– οι διάφοροι εκκλησιαστικοί συγγραφείς και ακαδημαϊκοί θεολόγοι. Έτσι, για παράδειγμα, ο Άγιος Ειρηναίος επίσκοπος Λουγδούνου (Λυών), αν και συνέτριψε με τη διδασκαλία του τη φοβερότατη αίρεση του Γνωστικισμού, υπήρξε υπέρμαχος των αφελών χιλιαστικών αντιλήψεων της εποχής του. Κατά παρόμοιο τρόπο, ο Άγιος Γρηγόριος επίσκοπος Νύσσης, αν και συνέβαλε ουσιαστικά στην οριστική καταδίκη της αίρεσης του Αρειανισμού, υποστήριξε τη διδασκαλία του «καθαρτηρίου πυρός» και της «αποκαταταστάσεως των πάντων», που, τελικά, δεν έγιναν αποδεκτές από την Ορθόδοξη Θεολογία κτλ. Σε αυτές τις περιπτώσεις η Εκκλησία επιλέγει με μεγάλη διάκριση μέσα από το έργο των Πατέρων και των εκκλησιαστικών συγγραφέων, μόνο τις διδασκαλίες, που προήλθαν από το Φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, ή εκφράζουν με γνησιότητα και ακρίβεια την πίστη της. Αυτές τις διδασκαλίες τις αποδέχεται, τις αναγνωρίζει ως Ορθόδοξες, Πατερικές, και Θεόπνευστες, και τις ενσωματώνει στην Παράδοσή της. Όταν, όμως, η Εκκλησία διαπιστώνει στα έργα των Πατέρων και των λοιπών εκκλησιαστικών συγγραφέων σφάλματα, δεν σπεύδει, να καταδικάσει όσους έσφαλλαν ως κακόδοξους και αιρετικούς (εκτός και αν αυτό είναι άκρως απαραίτητο για τη σωτηρία των πιστών) αλλά, απλά, προσπαθεί, να μην ακολουθεί τα λάθη τους.
Για τους ανωτέρω λόγους η διδασκαλία του ιερού Αυγουστίνου –ενώ είναι φανερό, ότι περιέχει πολλά και σημαντικά σφάλματα– ποτέ δεν θεωρήθηκε από την Εκκλησία ως λανθασμένη στο σύνολό της ή, πολύ περισσότερο, ως κακόδοξη και αιρετική, ενώ ο ίδιος ο ιερός Αυγουστίνος ποτέ δεν κατηγορήθηκε από τους Πατέρες ως κακόδοξος και αιρετικός, ούτε καταδικάστηκε ποτέ από την Εκκλησία με αυτή την κατηγορία. Αντίθετα, τα έργα του, παρά τα λάθη τους, αγαπήθηκαν από τους χριστιανούς όλων των αιώνων, και αποτελούν μέχρι σήμερα προσφιλές ανάγνωσμα (κυρίως στη Δύση). Με βάση τα ανωτέρω είναι, κατά τη γνώμη μας, λανθασμένη η αντίληψη, πως η διδασκαλία του ιερού Αυγουστίνου είναι στο σύνολό της κακόδοξη και αιρετική, ή τελείως διαφορετική από τη διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας.
Ας πάρουμε στο θέμα αυτό παράδειγμα από τους Καππαδόκες Πατέρες (Μέγας Βασίλειος και Γρηγόριος ο Θεολόγος), που, αν και γνώριζαν τα θεολογικά λάθη του Ωριγένη, τον μελετούσαν, τον τιμούσαν ως μεγάλο εκκλησιαστικό άνδρα και ερμηνευτή, τον θεωρούσαν, τρόπον τινά, πνευματικό τους πατέρα (η γιαγιά του Μεγάλου Βασιλείου, η Μακρίνα, ήταν μαθήτρια του Αγίου Γρηγορίου Νεοκαισαρείας του Θαυματουργού, που ήταν μαθητής του Ωριγένη), και αναγνώριζαν τα ορθόδοξα σημεία της διδασκαλίας του.
______________________________________________________________________
ΕΡΩΤΗΣΗ 5η: Η έννοια του Πρόσωπου, οριζόμενη ως σχέση, είναι γέννημα της Πατερικής Θεολογίας;
Για να κατανοήσουμε την απάντηση του ερωτήματος, πρέπει, πρώτα από όλα, να δούμε συνοπτικά τις σχετικές αντιλήψεις των σπουδαιότερων, τουλάχιστον, θρησκειών και χριστιανικών ομολογιών, πάνω στο θέμα αυτό. Θα μπορούσαμε, να χωρίσουμε τις αντιλήψεις αυτές σε τρεις μεγάλες κατηγορίες, ως εξής:
1) Το Θείο (δηλαδή, το Πρώτο και Απόλυτο Ον) είναι Απρόσωπο. Υπέρμαχοι αυτής της θεολογικής αντίληψης είναι, κυρίως, οι λεγόμενες Ανατολικές Θρησκείες. Σε αυτές θα μπορούσαμε, να εντάξουμε, για παράδειγμα, τη διδασκαλία των Ουπανισάντ (Ινδουισμός), το Βουδισμό, καθώς και τις δύο σπουδαιότερες εκφράσεις της θρησκείας των Κινέζων, δηλαδή τον Κομφουκιανισμό και τον Ταοϊσμό. Όλες αυτές οι θρησκείες –με διαφορετικό σκεπτικό η κάθε μία– υποστηρίζουν, ότι, επειδή η έννοια του Προσώπου αποτελεί ένα από τα γνωρίσματα της ανθρώπινης ύπαρξης, και έχει, κατά λογική συνέπεια, σχετικό χαρακτήρα, είναι ανάρμοστο, να αποδίδεται στην Πρώτη και Απόλυτη Ύπαρξη του Θείου Όντος. Έτσι, οι εν λόγω θρησκείες αφαιρούν (δια της αποφατικής μεθόδου) κάθε έννοια Προσώπου από την Ύπαρξη του Θείου, και το παρουσιάζουν στις διδασκαλίες τους σαν ένα παγκόσμιο, απρόσωπο, και αδυσώπητο «Κοσμικό Νόμο», που διέπει, και ρυθμίζει τη ζωή των ανθρώπων και την ιστορία του κόσμου. Αυτόν, ακριβώς, τον παγκόσμιο και απρόσωπο «Κοσμικό Νόμο», που θεωρείται η αρχή και το τέλος των πάντων, περιγράφουν οι Ουπανισάντ (Ινδουισμός) με την «περί Μπράχμαν και Άτμαν» διδασκαλία τους, ο Βουδισμός με την περί «Κάρμα και Σαμσάρα» διδασκαλία του, και η θρησκεία των Κινέζων (Κινεζικός Οικουμενισμός) με τις «περί Τιέν» (= Ουρανός) και «περί Ταό» (= Δρόμος) διδασκαλίες τους. Είναι, βέβαια, φανερό, ότι όλες αυτές οι διδασκαλίες βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με την περί Θεού και Προσώπου διδασκαλία της Εκκλησίας και, φυσικά, δεν τίθεται κανένα ζήτημα σχέσης ή εξάρτησής τους με αυτή.
2) Ο Θεός είναι Προσωπικό Απόλυτο, με την έννοια, όμως, του Προσώπου, να ορίζετε ως απλή αυτοσυνειδησία του Όντος. Υπέρμαχοι αυτής της θεολογικής αντίληψης είναι, για παράδειγμα, ο Ιουδαϊσμός και το Ισλάμ. Επίσης, από τις χριστιανικές ομολογίες θα μπορούσαν, να ενταχθούν στην ομάδα αυτή ορισμένες ακραίες προτεσταντικές ομάδες, όπως, για παράδειγμα, οι Μάρτυρες του Ιεχωβά. Όλες, όμως, αυτές οι θρησκείες ή χριστιανικές ομολογίες –αν και αποδέχονται τη μοναδικότητα (μονοθεϊσμός) και την Προσωπική Ύπαρξη του Θεού– αντιλαμβάνονται τη θεολογική έννοια του Προσώπου, ως απλή αυτοσυνειδησία του Πρώτου και Απόλυτου Θείου Όντος. Έτσι, αντίθετα από τις Ανατολικές Θρησκείες, ο Θεός των θρησκειών του Ιουδαϊσμού, του Ισλάμ, και της χριστιανικής ομολογίας των Μαρτύρων του Ιεχωβά έχει συνείδηση της Ύπαρξής Του, και προσωπικά γνωρίσματα στη σχέση Του με τον άνθρωπο και τον κόσμο (π.χ. ακούει, βλέπει, αγαπά, κρίνει με δικαιοσύνη, μακροθυμεί κτλ). Το βασικό μειονέκτημα αυτής της θεολογικής αντίληψης είναι, ότι ο Θεός δεν μπορεί, να εκδηλώσει τα προσωπικά Του γνωρίσματά στην αιώνια Ύπαρξή Του (δηλαδή, στην Ύπαρξή Του πριν από τη δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου), αλλά χρειάζεται οπωσδήποτε τα δημιουργήματά Του, για να τα εκδηλώσει. Έτσι, λοιπόν, για παράδειγμα, αν ο Θεός υπάρχει ως ένα Πρόσωπο, που αγαπά («Ο Θεός αγάπη εστίν» Α΄ Ιωάννου 4, 16), τότε ποιον αγαπούσε πριν από τη δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου; Και αν ο Θεός στην αιώνια Ύπαρξή Του αγαπούσε τον Εαυτό Του, τότε γιατί ο Χριστός μας έδωσε εντολή, να αγαπάμε, όχι τον εαυτό μας (όπως ο ίδιος ο Θεός, προς την ομοίωση του Οποίου και πορευόμεθα), αλλά τον πλησίον μας, όπως τον εαυτό μας (Λουκά 10, 27-28 και Λευιτικό 19, 18); Αν, πάλι, ο Θεός ακούει, και βλέπει, τότε ποιον άκουγε, και ποιον έβλεπε πριν από τη δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου; Συνεπώς, η περί Θεού και Προσώπου διδασκαλία των εν λόγω θρησκειών ή χριστιανικών ομολογιών, συγκρινόμενη με την αντίστοιχη διδασκαλία της Εκκλησίας, κρίνεται, ως εν μέρει ορθή, πλην, όμως, ατελής, επειδή εξαντλεί την έννοια του Προσώπου στα στενά όρια της αυτοσυνειδησίας του Θείου Όντος, και επειδή αδυνατεί, να ερμηνεύσει με πληρότητα την έννοια του Προσώπου στην αιώνια (αϊδια, άναρχη, άχρονη) ύπαρξη του Θεού.
3) Ο Θεός είναι Προσωπικό Απόλυτο, με την έννοια του Προσώπου, να ορίζετε ως σχέση. Υπέρμαχοι αυτής της θεολογικής αντίληψης είναι, κατά μία γενική έννοια, η Θεολογία της Εκκλησίας (Ορθόδοξη Θεολογία), καθώς και οι αντίστοιχες διδασκαλίες όλων των χριστιανικών ομολογιών, που αποδέχονται ως θεμελιώδη, τουλάχιστον, περί Θεού και Προσώπου διδασκαλία τους το Τριαδολογικό Δόγμα. Σύμφωνα, λοιπόν, με τη διδασκαλία της Εκκλησίας (αλλά και των άλλων χριστιανικών ομολογιών, που αποδέχονται το Τριαδολογικό Δόγμα) ο Θεός υπάρχει ως Τριάδα Ομοούσιων Προσώπων, δηλαδή ως Αγία Τριάδα.
Η σχετική διδασκαλία της Εκκλησίας (Τριαδολογία) μπορεί, να αποδοθεί συνοπτικά ως εξής:
α) Κάθε Πρόσωπο της Αγίας Τριάδας έχει τα δικά Του «ονόματα». Εννοείται, ότι τα ονόματα αυτά δίνονται από εμάς, στην προσπάθειά μας να περιγράψουμε με κτιστές λέξεις την αιώνια Ύπαρξη του Θεού. (δεν είναι, δηλαδή, άκτιστα και αιώνια). Τα ονόματα των Προσώπων της Αγίας Τριάδας είναι τα εξής:
1ο Πρόσωπο: Πατέρας
2ο Πρόσωπο: Υιός, Λόγος, Σοφία, Δύναμις.
3ο Πρόσωπο: Άγιο Πνεύμα, Παράκλητος.
β) Κάθε Πρόσωπο της Αγίας Τριάδας έχει ένα δικό του «Υποστατικό» ή «Προσωπικό Ιδίωμα», που είναι ακοινώνητο, και το διακρίνει από τα άλλα δύο Πρόσωπα. Τα Πρόσωπα, δηλαδή, της Αγίας Τριάδας έχουν τα πάντα κοινά, εκτός από το «Προσωπικό» ή «Υποστατικό» τους «Ιδίωμα», γιατί αυτό είναι, που τα διακρίνει, και τους επιτρέπει, να υπάρχουν ως τρία πραγματικά Πρόσωπα (δηλαδή, ως τρεις διαφορετικές και πραγματικές Υπάρξεις, που υποστασιάζουν με απόλυτα μοναδικό η κάθε μία τρόπο την ίδια Θεία Ουσία ή Φύση). Ειδικότερα τα «Προσωπικά Ιδιώματα» των Προσώπων της Αγίας Τριάδας είναι τα εξής:
1ο Πρόσωπο: Το Αγέννητον (γιατί ο Πατέρας δεν γεννήθηκε από κανέναν).
2ο Πρόσωπο: Το Γεννητόν (γιατί ο Υιός-Λόγος γεννήθηκε από τον Πατέρα).
3ο Πρόσωπο: Το Εκπορευτόν (γιατί το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται μόνο από τον Πατέρα).
γ) Ως προς τη σχέση Τους με τη Θεία Ουσία ή Φύση, κάθε Πρόσωπο της Αγίας Τριάδας είναι φορέας ολόκληρης της Θείας Ουσίας, και, συγχρόνως, είναι από μόνο Του όλος ο Θεός. Δηλαδή η Θεία Ουσία ανήκει ολόκληρη «ταυτόχρονα» και στα Τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας. Συνεπώς, τα Τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας δεν είναι τρεις διαφορετικές θεότητες (δηλαδή, τρεις χωριστές Ουσίες, όπως υποστήριζαν οι δυναμικοί μοναρχιανοί και ο Αρειανισμός), αλλά ούτε και τρεις τρόποι εμφάνισης του ενός Προσώπου του Θεού μέσα στην ιστορία και τη ζωή της Εκκλησίας (δηλαδή, τρία «προσωπεία» με τα οποία ο Ένας Θεός παίζει διάφορους ρόλους, όπως υποστήριζαν οι τροπικοί μοναρχιανοί και, κυρίως, ο Σαβελιανισμός).
δ) Τα Τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας Υπάρχουν ως ένας Θεός, γιατί μεταξύ τους δεν μεσολαβεί ο χώρος και ο χρόνος. Αναλυτικότερα, ο χώρος και ο χρόνος είναι κτιστές διαστάσεις, που δημιουργήθηκαν από το Θεό στην αρχή της δημιουργίας του κόσμου. Συνεπώς, στην αιώνια Ύπαρξη της Αγίας Τριάδας (πριν, δηλαδή, από την αρχή της δημιουργίας του κόσμου) χώρος και χρόνος δεν υπήρχαν. Υπήρχε μόνο η άκτιστη, άναρχη, άχρονη, και αιώνια Ύπαρξη της Αγίας Τριάδας, από την οποία, όμως, απουσιάζει κάθε έννοια χώρου και χρόνου. Ο χώρος και ο χρόνος, ως κτιστές διαστάσεις, παρεμβάλλονται ανάμεσα στα κτίσματα, και δημιουργούν μεταξύ τους «διάστημα». Έτσι, τρία ανθρώπινα πρόσωπα μπορούν, να υπάρχουν μέσα στις διαστάσεις του χώρου και του χρόνου ως τρεις διαφορετικοί άνθρωποι. Για παράδειγμα, ο Περικλής, ο Μέγας Αλέξανδρος, και ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Νέρων είναι τρία ομοούσια ανθρώπινα πρόσωπα, που, επειδή μεσολαβεί ανάμεσά τους η διάσταση του χρόνου, μπορούν, να νοηθούν (υπάρξουν) ως τρεις διαφορετικοί άνθρωποι. Κατά παρόμοιο τρόπο, ο Γιάννης, που ζει στην Αμερική, ο Κώστας, που ζει στην Ελλάδα, και ο Νίκος, που ζει στην Αυστραλία, είναι τρία ομοούσια ανθρώπινα πρόσωπα, που, επειδή μεσολαβεί ανάμεσά τους η διάσταση του χώρου, μπορούν, να νοηθούν (υπάρξουν) ως τρεις διαφορετικοί άνθρωποι. Τι θα συνέβαινε, όμως, αν δεν μεσολαβούσε χώρος και χρόνος ανάμεσα στον Περικλή, το Μεγάλο Αλέξανδρο, το ρωμαίο Αυτοκράτορα Νέρωνα, το Γιάννη, τον Κώστα, και το Νίκο; Τότε οι έξι αυτοί διαφορετικοί άνθρωποι θα υπήρχαν σαν ένας άνθρωπος με έξι πρόσωπα. Αυτό συμβαίνει στην άκτιστη και αιώνια Ύπαρξη της Αγίας Τριάδας. Επειδή, δηλαδή, στην αιώνια Ύπαρξη του Θεού δεν υπάρχει χώρος και χρόνος, κανένα «διάστημα» δεν παρεμβάλλεται ανάμεσα στον Πατέρα, τον Υιό, και το Άγιο Πνεύμα, και, έτσι, τα Τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας Υπάρχουν («είναι») ως ένας Θεός.
ε) Ως προς τις μεταξύ Τους σχέσεις, τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας έχουν απόλυτη ενότητα Ουσίας, Ενεργειών, και Θελήματος. Η ενότητα αυτή εκφράζεται θεολογικά με τον όρο «Αλληλοπεριχώρηση». Η ενότητα του Θελήματος είναι η υπαρκτική (οντολογική) έκφραση της απόλυτης αγάπης, που συνδέει τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας. Η Αγία Τριάδα είναι η κατ’ εξοχήν ερωτική κοινωνία, η ερωτική κοινωνία των Ομοούσιων Προσώπων της Θείας Φύσης. Πιο απλά, η αγάπη που ενώνει τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας, είναι τόσο τέλεια και απόλυτη, ώστε Αυτά είναι εκ φύσεως αδύνατον, να διαφωνήσουν μεταξύ τους. Η ενότητα του Θελήματος των Προσώπων της Αγίας Τριάδας, τόσο ως έκφραση της απόλυτης αγάπης, που τα συνδέει μεταξύ Τους, όσο και ως η υπαρκτική έκφραση του αγαπητικού (ερωτικού) τρόπου ζωής, με τον οποίο τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας επέλεξαν ελεύθερα, να Υπάρχουν, υποστασιάζοντας τη Θεία Φύση (έρως = ο τρόπος με τον οποίο υπάρχει το Πρόσωπο), αποτελεί, κατά τη γνώμη μας, το καίριο σημείο της Περί Θεού και Προσώπου διδασκαλίας της Εκκλησίας, δυνάμει του οποίου το Πρόσωπο ορίζεται –για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία– ως σχέση. Συνεπώς, η έννοια του Προσώπου, οριζόμενη ως σχέση (δηλαδή, ως η ερωτική κοινωνία των ομοούσιων Προσώπων της Αγίας Τριάδας), είναι γέννημα και θρέμμα της Ορθόδοξης Θεολογίας, γιατί αυτή είναι, που διακρίνει την περί Θεού και Προσώπου διδασκαλία της Εκκλησίας, από τις αντίστοιχες διδασκαλίες όλων των άλλων θρησκειών και χριστιανικών ομολογιών, που δεν αποδέχονται το Τριαδολογικό Δόγμα. Μάλιστα, οι περί Θεού και Προσώπου διδασκαλίες των διάφορων χριστιανικών ομολογιών, που αποδέχονται το Τριαδολογικό Δόγμα, καθώς και οι σχετικές διδασκαλίες των Πατέρων, των πανεπιστημιακών θεολόγων, και των λοιπών εκκλησιαστικών συγγραφέων, είναι σωστές (ορθοδοξούν), στο ποσοστό που συντάσσονται με την περί Θεού και Προσώπου διδασκαλία της Εκκλησίας, και τη διατυπώνουν με γνησιότητα και ακρίβεια.
_________________________________________________________________________
ΕΡΩΤΗΣΗ 6η: Κάποιοι υποστηρίζουν, ότι με το θεολογικό όρο: «Θέωση» η Ορθόδοξη Θεολογία δηλώνει μόνο τη μετοχή του ανθρώπου στη Θεία Φύση, και όχι τη μετοχή του ανθρώπου στην Προσωπική ύπαρξη του Θεού. Είναι, άραγε, σωστή αυτή η αντίληψη;
Όπως εξηγήσαμε, με τον όρο «Θεώση» ή «Θεοπτία» δηλώνεται η μετοχή του κτιστού ανθρώπου στην άκτιστη και άναρχη Ύπαρξη της Αγίας Τριάδας. Ένα από τα βασικά γνωρίσματα αυτής της άκτιστης και άναρχης Ύπαρξης –σύμφωνα, πάντα, με την Πατερική Θεολογία– είναι η «απλότης» (= ότι ανήκει στη αιώνια Ύπαρξη του Θεού, «υπάρχει» πριν από τη δημιουργία του κόσμου, και, συνεπώς, δεν μπορούμε, να πούμε, ότι η Αγία Τριάδα απέκτησε «κάποτε» κάτι, που δεν το είχε «εξ’ αρχής»), που αποκλείει κάθε έννοια «σύνθεσης» (= το ενδεχόμενο, να αποκτήσει η αιώνια Ύπαρξη της Αγίας Τριάδας οποιοδήποτε οντολογικό γνώρισμα «εν χρόνω και χώρω»). Συνεπώς, η αιώνια και άναρχη Ύπαρξη του Θεού είναι «απλή», και όχι «σύνθετη» (με μοναδική εξαίρεση την «εν χρόνω και χώρω» πρόσληψη της ανθρώπινης φύσης από το Θεό Λόγο, ο Οποίος, μετά την «δι’ ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν» ενανθρώπησή Του, κατέστη, κατά την πολύ επιτυχημένη έκφραση του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη, «...μία Υπόστασις σύνθετος, γνωριζομένη εν δυσί τελείαις φύσεσι και ενεργείαις και θελήσεσι...»).
Στα πλαίσια της «απλότητας» της ύπαρξης του Θεού εντάσσεται –κατά την ταπεινή μας κρίση– και το «ενιαίον» της Ύπαρξής Του. Πιο απλά, στην αιώνια Ύπαρξη του Θεού δεν μπορούμε, να διακρίνουμε οντολογικά, ούτε τις υπαρκτικές κατηγορίες που τη «συνθέτουν» (π.χ. δεν μπορούμε, να μιλάμε για τις Φυσικές Ενέργειες του Θεού, ανεξάρτητα από τη Θεία Ουσία, από την οποία Αυτές εκπηγάζουν, ή, κατά παρόμοιο τρόπο, δεν μπορούμε, να μιλάμε για τις Τρεις Υποστάσεις της Αγίας Τριάδας, ανεξάρτητα από τη Θεία Φύση, που Αυτές υποστασιάζουν), ούτε τις φυσικές Της ιδιότητες (π.χ. δεν μπορούμε, να μιλάμε για την αγάπη και τη δικαιοσύνη του Θεού, σαν είναι δύο διαφορετικές, ή, πολύ περισσότερο, δύο αντίθετες μεταξύ τους φυσικές Του ιδιότητες). Όμως, ενώ δεν μπορούμε, να διακρίνουμε οντολογικά τις υπαρκτικές κατηγορίες της άναρχης και αιώνιας Ύπαρξης του Θεού, μπορούμε να τις διακρίνουμε θεωρητικά (τεχνικά), γιατί αυτό μας βοηθάει, να εκφράσουμε με κτιστές ανθρώπινες λέξεις το «ενιαίο» μυστήριο της Αγίας Τριάδας. Αυτό, ακριβώς, συμβαίνει στην Πατερική Θεολογία. Δηλαδή, οι Πατέρες της Εκκλησίας –για πρακτικούς λόγους– διακρίνουν, τόσο τις υπαρκτικές (οντολογικές) κατηγορίες, που συνθέτουν την αιώνια, «απλή», και «ενιαία» ύπαρξη της Αγίας Τριάδας, όσο και τις φυσικές ιδιότητες της Θείας Φύσης. Έτσι, για παράδειγμα, στη γλωσσική διατύπωση της Ορθόδοξης Θεολογίας μπορούμε, να μιλάμε για την Ουσία του Θεού και τις Υποστάσεις Της, ή για την αγάπη του Θεού και τη δικαιοσύνη Του, σαν να είναι δύο διαφορετικά μεταξύ τους πράγματα, ενώ, στην πραγματικότητα (δηλαδή, στην αιώνια Ύπαρξη του Θεού) όλα αυτά υπάρχουν ενωμένα, ως ένα ενιαίο και αδιάσπαστο υπαρκτικό «όλον».
Συνεπώς, η διάκριση του τιθέντος ερωτήματος κρίνεται ως θεολογικά λανθασμένη και αβάσιμη, αφού μέσα από την εμπειρία της Θέωσης, νοούμενης ως μετοχή στις άκτιστες Ενέργειες της Αγίας Τριάδας, ο άνθρωπος μετέχει και στην Ουσία του Θεού (δηλαδή, προσοικειώνεται τις φυσικές ιδιότητες της Θείας Φύσης, και τις «γνωρίζει» οντολογικά), αλλά, ταυτόχρονα, μετέχει και στην προσωπική Ύπαρξη του Θεού (δηλαδή, προσοικειώνεται τον τρόπο Ύπαρξης των Προσώπων της Αγίας Τριάδας, που ο γέρων Σωφρόνιος Ζαχάρωφ χαρακτηρίζει ως «Υποστατικόν Είναι», και «γνωρίζει» οντολογικά, τόσο τα Πρόσωπα που μετέχουν στη Θεία Φύση, όσο και τα Υποστατικά Ιδιώματα, που τα διακρίνουν).
Αν, όμως, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι, μέσα από την εμπειρία της Θέωσης ο άνθρωπος μετέχει μόνο στη Θεία Φύση (και όχι στην Προσωπική Ύπαρξη του Θεού), τότε από που «γνώριζαν» οι Απόστολοι, οι Πατέρες, και όλοι οι Άγιοι, ότι ο Θεός υπάρχει ως Προσωπικό (και όχι ως απρόσωπο) Απόλυτο; Από που «γνώρισαν», ότι η Θεία Φύση υποστασιάζεται από Τρία (και όχι από ένα, ή δύο, ή τέσσερα ή έξι κ.ο.κ.) Πρόσωπα; Από που, πάλι, «γνώρισαν» τα Υποστατικά Ιδιώματα, που διακρίνουν τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας; Αν, τέλος, μέσα από την εμπειρία της Θέωσης ο άνθρωπος δεν μετέχει στην Προσωπική Ύπαρξη του Θεού, τότε από ποια οντολογική κατηγορία εξαρτάται το «αυτεξούσιον» (ελευθερία) του ανθρώπου, που αποτελεί το ύψιστο δώρο του Θεού προς τον άνθρωπο, και –κατά τη διδασκαλία πολλών Πατέρων– το κεντρικότερο στοιχείο του «κατ’ εικόνα»; Αν, δηλαδή, το «αυτεξούσιον» δεν αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της οντολογικής κατηγορίας του Προσώπου, τότε, αναγκαστικά, πρέπει, να δεχθούμε, ότι αποτελεί γνώρισμα και ιδιότητα της οντολογικής κατηγορίας της Φύσης. Κάτι τέτοιο, όμως, είναι άτοπο, αφού, η άσκηση του δικαιώματος της ελευθερίας γίνεται από κάθε άνθρωπο με διαφορετικό τρόπο και, συνεπώς, δεν εξαρτάται από την οντολογική κατηγορία της Φύσης, που είναι κοινή για όλους τους ανθρώπους, αλλά από την οντολογική κατηγορία του Πρόσωπου, το οποίο και υπάρχει ως απόλυτη ετερότητα.
________________________________________________________________________
ΕΡΩΤΗΣΗ 7η: Ορισμένοι υποστηρίζουν, ότι το «κατ’ εικόνα» και το «καθ’ ομοίωσιν», που συναντάμε στη διήγηση της δημιουργίας του ανθρώπου στο Γεν. 1, 16, εξαρτώνται μόνο από την οντολογική κατηγορία της Θείας Φύσης, και όχι από την οντολογική κατηγορία του Προσώπου. Είναι, άραγε, σωστή αυτή η αντίληψη;
Πράγματι, ορισμένοι σύγχρονοι θεολόγοι υποστηρίζουν, ότι οι Πατέρες εξαρτούν τη θεολογική έννοια του «κατ’ εικόνα» μόνο από την οντολογική κατηγορία της Θείας Φύσης, και όχι από την οντολογική κατηγορία του Προσώπου. Προβάλλουν, μάλιστα, το εξής επιχείρημα: αν δεχθούμε, ότι το «κατ’ εικόνα» εξαρτάται από την οντολογική κατηγορία του Προσώπου, τότε, κατά λογική συνέπεια, πρέπει, να οδηγηθούμε στο άτοπο συμπέρασμα, ότι ο Θεός Λόγος δεν προσέλαβε κατά την ενανθρώπησή Του το «κατ’ εικόνα», αφού –σύμφωνα με τους δογματικούς όρους της Γ΄ και της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου– ο Χριστός είχε μόνο ανθρώπινη φύση, και όχι ανθρώπινο πρόσωπο.
Κατά τη γνώμη μας, ισχύουν και εδώ τα όσα αναφέραμε προηγουμένως σχετικά με την «απλότητα» και το «ενιαίον» της αιώνιας και άκτιστης Ύπαρξης του Θεού. Ότι, δηλαδή, ενώ δεν μπορούμε, να διακρίνουμε οντολογικά τις υπαρκτικές κατηγορίες της αιώνιας Ύπαρξης του Θεού, μπορούμε, να τις διακρίνουμε θεωρητικά, προκειμένου να εκφράσουμε με κτιστές ανθρώπινες λέξεις το «απλό» («ασύνθετο») και «ενιαίο» μυστήριο της Αγίας Τριάδας. Συνεπώς, όπως, ακριβώς, συνέβη και στο προηγούμενο ζήτημα, η διάκριση του τεθέντος ερωτήματος κρίνεται –κατά την άποψή μας– ως θεολογικά λανθασμένη και αβάσιμη, γιατί το «κατ’ εικόνα», που συναντάμε στην αγιογραφική διήγηση της δημιουργίας του ανθρώπου (Γεν. 1, 16), εξαρτάται, ταυτόχρονα, και από την οντολογική κατηγορία του Προσώπου, και από την οντολογική κατηγορία της Θείας Φύσης. Όταν, δηλαδή, κάνουμε λόγο για τη σχέση του «κατ’ εικόνα» με την αιώνια Ύπαρξη του Θεού, δεν μπορούμε, να υποστηρίξουμε, ότι το «κατ’ εικόνα» αναφέρεται μόνο στη σχέση του ανθρώπου (νοουμένου ως ενιαίου ψυχοσωματικού και προσωπικού όντος) με την οντολογική κατηγορία της Θείας Φύσης, ή μόνο στη σχέση του ανθρώπου με την οντολογική κατηγορία του Προσώπου, γιατί τότε –εισάγοντας στην αιώνια Ύπαρξη της Αγίας Τριάδας διακρίσεις, που στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν– αντιμετωπίζουμε τα Πρόσωπα και τη Θεία Φύση της Αγίας Τριάδας ως δύο διαφορετικές οντολογικές κατηγορίες, δηλαδή ως δύο οντολογικές κατηγορίες, που μπορούν, να νοηθούν, ή να υπάρξουν, ανεξάρτητα η μία από την άλλη (πράγμα άτοπο).
Τι, λοιπόν, συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση; Συμβαίνει, κατά τη γνώμη μας, το εξής: όταν διαβάζουμε στους Πατέρες της Εκκλησίας, ότι το «κατ’ εικόνα» αναφέρεται στην οντολογική κατηγορία της Θείας Φύσης, δεν πρέπει, να εννοούμε τη Θεία Φύση αποκομμένη από τα Πρόσωπα, που την υποστασιάζουν, αλλά τη Θεία Φύση που υπάρχει αχώριστα ενωμένη με τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας ως ένα «ενιαίο» υπαρκτικό σύνολο. Αντιστρόφως, πάλι, όταν διαβάζουμε στους Πατέρες της Εκκλησίας, ότι το «κατ’ εικόνα» αναφέρεται στην οντολογική κατηγορία του Προσώπου, δεν πρέπει, να εννοούμε τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας αποκομμένα από τη Θεία Φύση, που υποστασιάζουν, αλλά τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας, που υπάρχουν αχώριστα ενωμένα με τη Θεία Φύση, ως ένα «ενιαίο» υπαρκτικό σύνολο. Πιο απλά, αν μπορέσουμε, να κατανοήσουμε –έστω και διανοητικά– το μυστήριο της «απλότητας» και του «ενιαίου» της αιώνιας Ύπαρξης του Θεού, τότε θα μπορέσουμε, να κατανοήσουμε με ορθόδοξο τρόπο, τόσο τις Πατερικές και ακαδημαϊκές θεολογικές αναφορές, που εξαρτούν το «κατ’ εικόνα» από την οντολογική κατηγορία του Προσώπου, όσο και τις Πατερικές και ακαδημαϊκές θεολογικές αναφορές, που εξαρτούν το «κατ’ εικόνα» από την οντολογική κατηγορία της Θείας Φύσης.
Όσον, πάλι, αφορά το επιχείρημά τους, παρατηρητέα τα εξής: σύμφωνα με τη σχετική διδασκαλία της Εκκλησίας, ο Θεός Λόγος προσέλαβε κατά την ενανθρώπησή Του πλήρη ανθρώπινη Φύση (υλικό σώμα και λογική ψυχή), αλλά δεν προσέλαβε ανθρώπινο πρόσωπο. Έτσι, στο Χριστό ενώθηκαν δύο τέλειες φύσεις (Θεία και ανθρώπινη) σε ένα Πρόσωπο (Θεός Λόγος). Η πραγματική ένωση των δύο φύσεων του Χριστού στο ένα Πρόσωπο του Θεού Λόγου ονομάζεται «Υποστατική Ένωση», και εξ’ αιτίας αυτής της ένωσης ο Χριστός ονομάζεται «Θεάνθρωπος». Τίθεται, συνεπώς, το ερώτημα: αν το «κατ’ εικόνα» εξαρτάται από την οντολογική κατηγορία του Προσώπου, τότε πως είναι δυνατό, να το προσέλαβε ο Θεός Λόγος κατά την ενανθρώπησή Του, αφού ο Χριστός δεν είχε ανθρώπινο πρόσωπο;
Κατ’ αρχάς, πρέπει, να διευκρινίσουμε, ότι όσον αφορά τη θεολογική ερμηνεία των όρων «κατ’ εικόνα» και «καθ’ ομοίωσιν», δεν υπάρχει μόνο μία Πατερική ερμηνεία, αλλά πολλές. Έτσι, στα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας συναντάμε συχνά διαφορετικές ερμηνείες των όρων αυτών, ενώ δεν είναι σπάνιο φαινόμενο ο ίδιος Πατέρας, να χρησιμοποιεί –ανάλογα με τις ανάγκες των πιστών και τις ποιμαντικές περιστάσεις, που καλείται, να αντιμετωπίσει– στα συγγράμματά του περισσότερες από μία σχετικές ερμηνείες. Κάποιες από τις ερμηνείες αυτές εξαρτούν το «κατ’ εικόνα» από την οντολογική κατηγορία της Θείας Φύσης. Στην περίπτωση αυτή εντάσσεται, για παράδειγμα, η σχετική ερμηνεία του Μεγάλου Αθανασίου στο έργο του «Περί της ενανθρωπήσεως του Λόγου», όπου ερμηνεύει το «κατ’ εικόνα» ως τη δυνατότητα της ανθρώπινης φύσης, να μετέχει στο Θεό, και να προσοικειώνεται τις φυσικές Του ιδιότητες. Παρομοιάζει, μάλιστα, ο Μέγας Αθανάσιος τη δυνατότητα αυτή με την ικανότητα του καθρέπτη («κάτοπτρον»), να μετέχει στο ηλιακό φως, και να το ακτινοβολεί. Κάποιες άλλες, όμως, ερμηνείες εξαρτούν το «κατ’ εικόνα» από την οντολογική κατηγορία του Προσώπου. Στην περίπτωση αυτή εντάσσεται, για παράδειγμα, η σχετική ερμηνεία του γέροντος Σωφρονίου Ζαχάρωφ στο έργο του «Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί», όπου ερμηνεύει το «κατ’ εικόνα» ως τη δυνατότητα του ανθρώπου, να «υπάρχει» ως Πρόσωπο («Υποστατικόν Είναι»), σύμφωνα με το «ερωτικό» πρότυπο ζωής των Προσώπων της Αγίας Τριάδας.
Τι συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση; Συμβαίνει, κατά τη γνώμη μας, το εξής: οι θεολογικοί όροι «κατ’ εικόνα» και «καθ’ ομοίωσιν», που συναντάμε στην αγιογραφική διήγηση της δημιουργίας του ανθρώπου στο Γεν. 1, 16, αναφέρονται στην ανθρώπινη ύπαρξη ως μία «ενιαία» ψυχοσωματική και προσωπική οντότητα. Για πρακτικούς (τεχνικούς), όμως, λόγους (δηλαδή, για να εκφράσουν με απλούστερο τρόπο την έννοιά τους, και, έτσι, να μας βοηθήσουν να τους κατανοήσουμε) οι Πατέρες της Εκκλησίας, όταν επιχειρούν, να ερμηνεύσουν τους όρους αυτούς, άλλες φορές τους παρουσιάζουν ως εξαρτώμενους από την οντολογική κατηγορία της Θείας Φύσης, ενώ άλλες φορές τους παρουσιάζουν ως εξαρτώμενους από την οντολογική κατηγορία του Προσώπου. Συνεπώς, το γεγονός, ότι ο Θεός Λόγος δεν προσέλαβε κατά την ενανθρώπησή του ανθρώπινο πρόσωπο, δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση, ότι δεν προσέλαβε το «κατ’ εικόνα», τόσο ως θεμελιώδες γνώρισμα της ανθρώπινης φύσης, όσο και ως απόδειξη της τελειότητας (πληρότητας) της ανθρώπινης ύπαρξης του Χριστού, αφού το «κατ’ εικόνα», στην πραγματικότητα, δεν εξαρτάται μόνο από την οντολογική κατηγορία του Προσώπου, αλλά από την ανθρώπινη ύπαρξη στο σύνολό της (εννοούμενη ως ενιαία ψυχοσωματική και προσωπική οντότητα). Έτσι, στην περίπτωση του Κυρίου (Χριστός) –με κάθε επιφύλαξη– εκτιμάμε, ότι η ανθρώπινη ύπαρξη Του ήταν τέλεια (πλήρης), γιατί δεν ήταν «ανυπόστατος» (δηλαδή, χωρίς πρόσωπο), αλλά –όπως πολύ επιτυχημένα υποστήριξε ο Λεόντιος Βυζάντιος– «ενυπόστατος» στο Πρόσωπο του Θεού Λόγου. Επειδή, λοιπόν, η ανθρώπινη ύπαρξη του Χριστού είχε Πρόσωπο (Θείο, όμως, και όχι ανθρώπινο) ο Χριστός υπήρχε ως τέλειος άνθρωπος (δηλαδή, μία ενιαία ψυχοσωματική και Προσωπική οντότητα). Συνεπώς, ο Χριστός, ως τέλειος ανθρωπος, μετείχε σε όλες τις υπαρκτικές διαστάσεις και του «κατ’ εικόνα», και του «καθ’ ομοίωσιν» (δηλαδή, ο Χριστός, ως άνθρωπος, κατείχε «εξ άκρας συλλήψεως» σε τέλειο και απόλυτο βαθμό, τόσο την Πατερική έννοια της «Θέωσης», όσο και όλες τις υπαρκτικές διαστάσεις του «κατ’ εικόνα» και του «καθ’ ομοίωσιν», που περιγράφονται από τους Πατέρες και Διδασκάλους της Εκκλησίας στις διάφορες ερμηνείες των όρων αυτών).
_________________________________________________________________________
ΕΡΩΤΗΣΗ 8η: Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι στην Πατερική Θεολογία οι όροι: «Πρόσωπο» και «Άτομο» ταυτίζονται, και ότι η κοινωνία των Προσώπων της Αγίας Τριάδας ορίζετε μόνο ως κοινωνία Φύσεως και Ενεργειών, και όχι ως «σχέση του εγώ με το συ». Είναι, άραγε, σωστή αυτή η αντίληψη;
Όσον αφορά το ζήτημα της διάκρισης του «Υποστατικού Είναι» (δηλαδή, του «ερωτικού» τρόπου με τον οποίο υπάρχει το Πρόσωπο, τόσο στην αιώνια Ύπαρξη της Αγίας Τριάδας, όσο και στην κτιστή ανθρώπινη ύπαρξη, που έφτασε στη Θέωση) από το «Ατομικό Είναι» (δηλαδή, του εγωιστικό και ατομοκεντρικό τρόπο ύπαρξης του ανθρώπινου προσώπου μετά από το προπατορικό αμάρτημα), καθώς και το ζήτημα του ορισμού της κοινωνίας, τόσο των Προσώπων της Αγίας Τριάδας, όσο και των προσώπων της ανθρώπινης φύσης, ως «σχέση του εγώ με το συ» (δηλαδή, ως κοινωνία Προσώπων, που υπάρχουν ενωμένα με σχέσεις τέλειας και απόλυτης αγάπης, χωρίς, φυσικά, αυτό να αναιρεί την υπαρκτική τους κοινωνία στην κοινή τους Φύση και τις Ενέργειές της, που αναμφίβολα υπάρχει), παραπέμπουμε το καλοπροαίρετο φίλο αναγνώστη στο έργο του Γέροντος Σωφρονίου Ζαχάρωφ «Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί» (Κεφ. ΙΓ΄ «Περί της Υποστατικής αρχής εν τω Θείω είναι και εν τω ανθρωπίνω είναι» σελ. 293-347 εκδ. 1992), όπου και θα βρει τις αυθεντικές απαντήσεις των ανωτέρω ζητημάτων. Εμείς περιορίζουμε το έργο μας στην αντιγραφή κάποιων αποσπασμάτων, που, κατά την κρίση μας, θα τον βοηθήσουν, να κατανοήσει τα εν λόγω ζητήματα:
α) Όσον αφορά τη διάκριση ανάμεσα στο «Υποστατικό Είναι» και το «Ατομικό Είναι», ο Γέρων Σωφρόνιος αναφέρει χαρακτηριστικά τα εξής:
· «...Όταν ο Ίδιος ο Θεός προσεύχεται εν ημίν, δίδεται εις τον άνθρωπον θεοπτία υπερκειμένη πάσης εικόνος. Τότε η ανθρωπίνη υπόστασις προσεύχεται προς τον Άναρχον όντως πρόσωπον προς Πρόσωπον. Εν τη συναντήσει ταύτη μετά του Υποστατικού Θεού ενεργοποιείται εν ημίν εκείνο, όπερ εν αρχή υπήρχε μόνον δυνάμει, η υπόστασις. Φερόμενοι Πνεύματι Θεού προς την υπέρ όλου του κόσμου προσευχήν, προς συμμετοχήν εις την εν Γεθσημανή προσευχή του Κυρίου, βλέπομεν αίφνης εν εαυτοίς Θείον θαύμα: Ανατέλλει εντός ημών ο πνευματικός ήλιος, το όνομα του οποίου είναι υπόστασις (πρόσωπον). Τούτο είναι εν ημίν η αρχή καινής μορφής υπάρξεως, ήδη αθανάτου. Τότε δεχόμεθα την Αποκάλυψιν της Υποστατικής Αρχής εν τη Αγία Τριάδι, ουχί επιφανειακώς, ουχί διανοητικώς, αλλ’ εν τοις εγκάτοις του είναι ημών. Ενορώμεν εν τω Φωτί το μέγιστον μυστήριον του Ανάρχου Είναι: τον Υποστατικόν Θεόν, τον Ζώντα, τον Ένα εν Τριάδι Υποστάσεων, τον Θεόν της αγάπης, τον μόνον αληθινόν...». (σελ 301)
· «...Ότε όμως, κατά την άνωθεν δωρεάν, εδόθη εις εμέ να εννοήσω την οντολογικήν θέσιν της αρχής της Υποστάσεως εν τω Θείω Είναι, τότε κατά τρόπον φυσικόν το παν ήλλαξε και παρουσιάσθη εν αντιθέτω προοπτική...Καλούμαι δια της τηρήσεως των ευαγγελικών εντολών να ενεργοποιήσω, να πραγματοποιήσω εν εμοί την υποστατικήν ομοίωσίν μου προς τον Θεόν, να γίνω υπόστασις, υπερβαίνων τον περιορισμόν του ατόμου, όπερ ουδόλως δύναται να κληρονομήσει την θείαν μορφήν υπάρξεως...» (σελ. 302)
· «...Ο Κύριος εδωρήσατο εις ημάς το φως της αποκαλύψεως της Υποστάσεως, ημείς όμως εγεννήθημεν και αφέθημεν να ζώμεν εντός της αμόρφου μάζης των ατόμων, ίδιον των οποίων είναι ο εγωισμός και η φιλαυτία. Εις το πρόσωπον-υπόστασις όμως εδόθη να περιβάλλει πάσαν την κτίσην δια της φλογός της αγάπης του Χριστού...Ο σύγχρονος πολιτισμός έχει ατομικιστικόν χαρακτήρα. Ο ατομισμός καλλιεργείται εις τους ανθρώπους καθ’ όλας τας εμπαθείς αυτού εκδηλώσεις...Η κοινωνία ημών οικοδομείται επί τη βάσει της αρχής ταύτης. Η μαζοποίησις των ατόμων είναι κατ’ ουσίαν κατάστασις της πτώσεως, συνοδευομένη υπό του τραγικού αυτής αδιεξόδου. Η καλλιέργεια της πτώσεως οδηγεί εις αποξένωσιν από του Θεού: ο άνθρωπος υποβιβάζεται δια της εν αυτώ αμαυρώσεως της εικόνος του Θεού. Αντιθέτως προς τούτο, η σύναξις των υποστάσεων είναι «το άλας της γης και το φως του κόσμου». Τούτο πραγματοποιείται εν τη Εκκλησία του Χριστού, μετ’ ιδιαιτέρας δε δυνάμεως εν τη λειτουργική πράξει. Εκεί ακριβώς φανερούται η αληθινή εικών της Αγίας Τριάδας». (σελ. 314)
β) Όσον αφορά, τέλος, την «ως σχέση» οριζόμενη κοινωνία των Προσώπων της Αγίας Τριάδας, ο Γέρων Σωφρόνιος αναφέρει χαρακτηριστικά τα εξής:
· «...Η Υπόστασις είναι Εκείνος, Όστις μόνον και όντως ζη. Έξω της ζώσης ταύτης Αρχής ουδέν δύναται να υπάρχει: «Εν Αυτώ ζωή ήν και η ζωή ην το φως των ανθρώπων» (Ιωαν. α΄, 4). Το ουσιώδες περιεχόμενον της ζωής ταύτης είναι η αγάπη: «ο Θεός αγάπη εστί» (Α΄ Ιωάν. δ΄, 8). Η υποστατική ύπαρξις έρχεται εις αυτεπίγνωσιν δια της εν αγάπη συναντήσεως μετά μίας ή πολλών υποστάσεων. Επί τη βάσει της θαυμαστής ταύτης Αποκαλύψεως «Εγώ ειμί ο Ων» ζώμεν και τον «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» κτισθέντα άνθρωπον κυρίως ως υποστατικήν ύπαρξιν. Εις αυτήν ακριβώς την εν ημίν υποστατικήν αρχήν επηγγείλατο ο Κύριος την αιωνιότητα. Αύτη η αρχή, και μόνον αύτη, κατέχει την ικανότητα να γνωρίζη το αρχέτυπον αυτής, τον Ζώντα Θεόν. Ο άνθρωπος είναι έτι πλείον τι ή μικρόκοσμος. Είναι μικροθεός...». (σελ. 300)
· «...Εν τω κόσμω τούτο η ζώσα πείρα της υποστάσεως σπανίως δίδεται εις τους ανθρώπους: Έρχεται δια της χριστομιμήτου προσευχής υπέρ του σύμπαντος κόσμου, ως και υπέρ ημών αυτών, συμφώνως προς την εντολήν: «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως εαυτόν» (Ματθ. κβ΄ 39). Οδηγούμενος ο άνθρωπος δια της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος εις τοιαύτην προσευχήν ζη υπαρκτικώς το μυστήριον της Τριαδικής Μονάδος. Εν τοιαύτη προσευχή βιούται το ομοούσιον του ανθρωπίνου γένους. Δι’ αυτής αποκαλύπτεται εις ημάς το οντολογικό νόημα της δευτέρας εντολής. Όλος ο Αδάμ γίνεται εις άνθρωπος-Ανθρωπότης. (σελ 309)
· «...Ο Κύριος υπέδειξεν εις ημάς την οδόν προς την υπαρκτικήν κατανόησιν του Προαιωνίου Όντος: την οδόν των εντολών. «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου... Αύτη εστί πρώτη και μεγάλη εντολή. Δευτέρα δε ομοία αυτή, αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν. Εν ταύταις ταις δυσίν εντολαίς όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται» (Ματθ. κβ΄ 37-40). Και ιδού, όταν κατά την άνωθεν δωρεάν δίδηται εις τον άνθρωπον να εισέλθη δια της προσευχής εις τας αυθεντικάς διαστάσεις της δευτέρας εντολής, τότε αποκαλύπτονται εις αυτόν νέοι ορίζοντες, αδιανόητοι εν τη προγενεστέρα αυτού καταστάσει. Εν τη βαθεία προσευχή υπέρ όλου του κόσμου, ως και περί αυτού του ιδίου, εν τη προσευχή ήτις εξομοιοί τον άνθρωπον προς τον Χριστόν Ιησούν προσευχόμενον εν τω κήπω της Γεθσημανή, ο ανθρωπος ζη αληθώς όλην την ανθρωπότητα ως μίαν ζωήν, μίαν φύσιν εν τη πολλαπλότητι των υποστάσεων. Εξ’ αυτού του είδους της γνώσεως της μυριοϋποστάτου ενότητος τελείται η μετάβασις εις την θεολογικήν αφομοίωσιν του δόγματος περί της ενότητος της Αγίας Τριάδας...». (σελ 339-340)
Συμπερασματικά, λοιπόν, από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές, ότι στην Ορθόδοξη Θεολογία υφίσταται, τόσο η διάκριση «προσώπου» και «ατόμου» (ως δύο διαφορετικών τρόπων ύπαρξης), όσο και ο ορισμός της κοινωνίας των Προσώπων της Αγίας Τριάδος –αλλά και των προσώπων της ανθρώπινης φύσης– ως «σχέση του εγώ με το συ» (δηλαδή, ως «ερωτική» κοινωνία ομοούσιων Προσώπων, που συνδέονται με σχέσεις τέλειας και απόλυτης αγάπης).
_________________________________________________________________________
ΕΡΩΤΗΣΗ 9η: Κάποιοι υποστηρίζουν, ότι τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας είναι «ακοινώνητες διακρίσεις», και, συνεπώς, στην Αγία Τριάδα «δεν υπάρχει ο ερών και ο ερώμενος, ο αγαπών και ο αγαπώμενος». Είναι, άραγε, σωστή αυτή η αντίληψη;
Πράγματι, ορισμένοι θεολόγοι υποστηρίζουν, ότι η κοινωνία των Προσώπων της Αγίας Τριάδας είναι μόνο κοινωνία Φύσεως και Ενεργειών, και όχι κοινωνία Προσώπων, τα Οποία, κατά τη γνώμη τους, αποτελούν «ακοινώνητες διακρίσεις». Λένε, μάλιστα, ότι στην Αγία Τριάδα η αγάπη υπάρχει μόνο ως «αμέριστη» φυσική ενέργεια της Θείας Ουσίας, και όχι ως αγαπητική κοινωνία των Προσώπων της Αγίας Τριάδας, γιατί αν η αγάπη υπήρχε ως αγαπητική κοινωνία των Προσώπων της Αγίας Τριάδας, τότε θα έπρεπε, να δεχθούμε, ότι «μερίζεται» και «διασπάται» στα Τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας (πράγμα άτοπο). Έτσι, καταλήγουν στο συμπέρασμα, ότι στην Αγία Τριάδα δεν υπάρχει ο ερών και ο ερώμενος, ο αγαπών και ο αγαπώμενος.
Στα ανωτέρω, θα θέλαμε, να παρατηρήσουμε, εν συντομία, τα εξής:
α) Στην Αγία Τριάδα δεν είναι «ακοινώνητες διακρίσεις» τα Πρόσωπα, αλλά τα Υποστατικά τους Ιδιώματα. Πιο απλά, τα Πρόσωπα τις Αγίας Τριάδας έχουν τα πάντα κοινά (Ουσία, Φυσικές Ενέργειες, Θέλημα) εκτός από το Υποστατικά τους Ιδιώματα, γιατί αυτά είναι, που τα διακρίνουν μεταξύ τους, και κάνουν τον Πατέρα, τον Υιό, και το Άγιο Πνεύμα, να υπάρχουν ως απόλυτες Προσωπικές ετερότητες, που υποστασιάζουν με οντολογική ελευθερία (δηλαδή, με ελευθερία, που εκφράζεται, όχι ως επιλογή ανάμεσα στο καλό και το κακό, αλλά ως αυτοπροσδιορισμός του Όντος) τη Θεία Φύση. Είναι, συνεπώς, τραγικό λάθος, το να χαρακτηρίζονται τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας ως «ακοινώνητες διακρίσεις» (δηλαδή, ως Πρόσωπα, που αδυνατούν, να έρθουν σε αγαπητική σχέση και κοινωνία).
β) Η αγάπη –όπως και όλες, γενικά, οι φυσικές ιδιότητες της Θείας Ουσίας– δεν «μερίζονται», και δεν «διασπώνται» στα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας, γιατί η Θεία Ουσία και οι Φυσικές Της Ενέργειες ανήκουν ολόκληρες ταυτόχρονα και στα Τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας. Πιο απλά, όπως αναφέραμε σε προηγούμενη ερώτηση (ερ. 5 παρ. 3/γ΄) κάθε Πρόσωπο της Αγίας Τριάδας είναι φορέας ολόκληρης της Θείας Ουσίας, και συγχρόνως είναι από μόνο Του όλος ο Θεός. «Μερισμό» ή «διάσπαση» της αγάπης –και όλων, γενικά, των φυσικών ιδιοτήτων της Θείας Ουσίας– θα είχαμε μόνο, αν τα Τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας υπήρχαν ως τρεις όμοιες, αλλά διαφορετικές μεταξύ τους, Ουσίες–Θεότητες (όπως υποστήριζαν οι δυναμικοί μοναρχιανοί και οι μετριοπαθέστεροι εκφραστές του Αρειανισμού). Είναι, συνεπώς, τραγικό λάθος, η αντίληψη, ότι τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας δεν συνδέονται μεταξύ τους με σχέσεις αγάπης, γιατί κάτι τέτοιο θα σήμαινε «μερισμό» και «διάσπαση» των Ενεργειών της Θείας Φύσης.
γ) Η ίδια η Αγία Γραφή μαρτυρεί με σαφέστατο τρόπο την παρουσία της αγάπης, τόσο στις σχέσεις των Προσώπων της Αγίας Τριάδας στην αιώνια Ύπαρξη του Θεού, όσο και στις σχέσεις του Τριαδικού Θεού με τους ανθρώπους, αλλά και στις μεταξύ των ανθρώπων σχέσεις. Αν, δηλαδή, στην Αγία Τριάδα «δεν υπάρχει ο ερών και ο ερώμενος, ο αγαπών και ο αγαπώμενος», τότε γιατί ο Χριστός μας λέει, ότι:
· «...Ο Πατήρ αγαπά τον Υιόν, και πάντα δέδωκε εν τη χειρί Αυτού...». (Ιωάν. 3, 35)
· «...Δια τούτο ο Πατήρ με αγαπά, ότι εγώ τίθημι την ψυχήν μου...» (Ιωάν. 10, 17)
· «...Αλλ’ ίνα γνω ο κόσμος, ότι αγαπώ τον Πατέρα...» (Ιωάν. 14, 31)
· «...Καθώς ηγάπησέ με ο Πατήρ, καγώ ηγάπησα ημάς...» (Ιωάν. 15, 9)
· «...Πάτερ...ηγάπησάς με προ καταβολής κόσμου...» (Ιωάν. 17, 24)
· «...Εντολήν καινήν δίδωμι υμίν, ίνα αγαπάτε αλλήλους, καθώς ηγάπησα ημάς, ίνα και υμείς αγαπάτε αλλήλους...» (Ιωάν. 13, 34)
· «...Ο έχων τας εντολάς Μου, και τηρών αυτάς, εκείνος εστίν ο αγαπών με, ο δε αγαπών με αγαπηθήσεται υπό του Πατρός Μου, και εγώ αγαπήσω αυτόν, και εμφανίσω αυτώ εμαυτόν...» (Ιωάν. 14, 21)
· «...αγαπάτε τους εχθρούς ημών...» (Ματθ. 5, 44 Λουκ. 6, 27)
· «...εν τούτω γνώσονται πάντες, ότι εμοί μαθηταί εστέ, εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις...» (Ιωάν. 13, 35)
Και αν, τελικά, η «εν Προσώπω» αγαπητική κοινωνία δεν αποτελεί το σπουδαιότερο γνώρισμα της ζωής του Θεού στην αιώνια Ύπαρξη της Αγίας Τριάδας, και το βασικότερο στοιχείο του «κατ’ εικόνα» και του «καθ’ ομοίωσιν», τότε γιατί μας δόθηκε ως «...πρώτη και μεγάλη εντολή...» αυτή της αγάπης προς το Θεό, και ως «...δευτέρα ομοία αυτή...» η εντολή της αγάπης προς τον πλησίον; Και γιατί ο Χριστός, για να μας δείξει το μέγεθος της αξίας αυτών των δύο εντολών, μας είπε, ότι «...εν ταύταις ταις δυσίν εντολαίς όλος ο Νόμος και οι Προφήται κρέμανται...» (πρβ. Ματθ. 22, 37-40);
_________________________________________________________________________
ΕΡΩΤΗΣΗ 10η: Άκουσα κάποιους, να κατηγορούν ορισμένους σύγχρονους θεολόγους, ότι παρουσιάζουν τους Πατέρες ως υπαρξιστές. Είναι, άραγε, βάσιμη αυτή η κατηγορία;
Το ανωτέρω ερώτημα θέτει ενώπιόν μας το ζήτημα της σχέσης της Πατερικής Θεολογίας με τη φιλοσοφία. Ως προς το θέμα αυτό, παρατηρητέα, εν συντομία, τα εξής:
α) Οι Πατέρες της Εκκλησίας, για να εκφράσουν με κτιστές ανθρώπινες λέξεις την εμπειρία της Θέωσης, χρησιμοποίησαν πολλούς φιλοσοφικούς όρους και μεθόδους, που αποτέλεσαν δάνειο του χριστιανισμού από την αρχαία φιλοσοφία, και, κυρίως, την ελληνική. Έτσι, στα διάφορα έργα των Πατέρων θα συναντήσουμε πολλούς φιλοσοφικούς όρους (καταφατικούς και αποφατικούς, πλατωνικούς και αριστοτελικούς, στωικούς και νεοπλατωνικούς κ.ο.κ.). Κατά παρόμοιο τρόπο, οι Πατέρες, ερμηνεύοντας την Αγία Γραφή, άλλες φορές χρησιμοποίησαν την ιστορικοφιλολογική μέθοδο, ενώ άλλες φορές χρησιμοποίησαν την αλληγορική, ή την τυπολογική μέθοδο. Όμως, παρά την όποια φαινομενική τους εξάρτηση από τα φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής τους, οι Πατέρες γνώριζαν, ότι η εμπειρία της Θέωσης, ως μετοχή του κτιστού ανθρώπου στην άκτιστη και άναρχη Ύπαρξη της Αγίας Τριάδας, υπερβαίνει κατά πολύ κάθε κτιστή πραγματικότητα, και, συνεπώς, δεν υπόκειται σε καμία φιλοσοφική ορολογία και μέθοδο, σε καμία επιστημονική μελέτη και ανάλυση, σε καμία λογική ερμηνεία και αναγκαιότητα. Έτσι, λοιπόν, οι Πατέρες, έχοντας σαφή συνείδηση της ανωτέρω πραγματικότητας, χρησιμοποίησαν επιλεκτικά εκείνους τους φιλοσοφικούς όρους, και εκείνες τις φιλοσοφικές μεθόδους της εποχή τους, που ήταν, κατά την κρίσης τους, οι πλέον κατάλληλοι, για να εκφράσουν τη διδασκαλία της Εκκλησίας, αλλά πότε δεν υποδουλώθηκαν οι ίδιοι σε καμία φιλοσοφική ορολογία και μέθοδο. Πιο απλά, για τους Πατέρες της Εκκλησίας κάθε φιλοσοφική ορολογία, και κάθε φιλοσοφική μέθοδος, μπορούσε, να γίνει το κατάλληλο όργανο, μέσα από το οποίο θα εκφραζόταν η Ορθόδοξη Θεολογία, χωρίς, όμως, ποτέ να γίνουν οι ίδιοι οι Πατέρες της Εκκλησίας πλατωνικοί, νεοπλατωνικοί, αριστοτελικοί, στωικοί, αποφατικοί ή καταφατικοί φιλόσοφοι.
β) Πολλοί σύγχρονοι θεολόγοι –κυρίως ακαδημαϊκοί– προσπαθούν, να αντιγράψουν το ανωτέρω εγχείρημα των Πατέρων, συνδυάζοντας τη Θεολογία της Εκκλησίας με τα διάφορα φιλοσοφικά ρεύματα και τις επιστημονικές αντιλήψεις της εποχής μας (όπως, για παράδειγμα, προσπάθησαν κάποιοι, να συνδυάσουν την Πατερική Θεολογία με τον υπαρξισμό). Υποστηρίζουν, μάλιστα, ότι συνεχίζουν, έτσι, το έργο των Πατέρων της Εκκλησίας, προσαρμόζοντάς το στις ανάγκες της εποχής μας και τις μεταφυσικές αναζητήσεις του σύγχρονου ανθρώπου. Πέρα, όμως, από τις όποιες καλές προθέσεις, που αναμφισβήτητα υπάρχουν, οι προσπάθειές τους είναι –κατά την προσωπική και, πιθανώς, λανθασμένη κρίση μας– σε μεγάλο βαθμό επικίνδυνες, όταν ο θεολόγος που τις επιχειρεί, δεν βρίσκεται στην πνευματική κατάσταση της Θέωσης (οπότε αναγκαστικά ακολουθεί την πορεία του αφηρημένου φιλοσοφικού και λογικού στοχασμού), και δεν έχει απόλυτα σαφή συνείδηση του γεγονότος, ότι η εμπειρία της Θέωσης υπερβαίνει κάθε κτιστή πραγματικότητα, και, συνεπώς, δεν υπόκειται σε καμία λογική αναγκαιότητα, και σε καμία φιλοσοφική ορολογία και μέθοδο. Για τους ανωτέρω, λοιπόν, λόγους, είμαστε ιδιαίτερα επιφυλακτικοί, απέναντι στην προσπάθεια όσων επιχειρούν, να συνδυάσουν το φιλοσοφικό κίνημα του υπαρξισμού με τη Θεολογία της Εκκλησίας, τόσο γιατί υπάρχει πάντα ο μεγάλος κίνδυνος του θεολογικού λάθους, που αποτελεί τη φυσική κατάληξη του εγκλωβισμού μας σε φιλοσοφικές ορολογίες και μεθόδους, όσο και γιατί η ενασχόληση με τέτοιου είδους εγχειρήματα είναι έργο των Αγίων, αφού μόνον οι Άγιοι μπορούν, να κινηθούν με θεολογική ασφάλεια μέσα στα διάφορα φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής τους. Κλασσική, τέλος, περίπτωση τέτοιου ανθρώπου, υπήρξε στις μέρες μας ο μακαριστός γέρων Σωφρόνιος Ζαχάρωφ, άνθρωπος που –κατά το πρότυπο των Πατέρων– συνδύασε με άριστο τρόπο την αγιότητα με την φιλοσοφική παιδεία της εποχής μας.
Σύμφωνα, λοιπόν, με τα ανωτέρω, η όλη προσπάθεια όσων επιχειρούν, να συνδυάσουν τη Θεολογία της Εκκλησίας με το φιλοσοφικό κίνημα του υπαρξισμού, καθώς και η θεολογική αποτίμηση των σχετικών θέσεων και συμπερασμάτων τους, πρέπει, να γίνεται πάντα με μεγάλη επιφύλαξη και προσοχή. Γιατί, ακόμη και στις περιπτώσεις που –εκ πρώτης όψεως– φαίνεται, ότι αληθεύουν (ορθοδοξούν), πάντα θα υπάρχει ο κίνδυνος του λάθους, που αναπόφευκτα συνεπάγεται και την αλλοίωση του εκκλησιαστικού ήθους. Τα πράγματα, τέλος, θα ήταν, ίσως, καλύτερα, αν όλοι εμείς, οι εμπαθείς και αυτόκλητοι θεολόγοι του 21ου αιώνος –ομολογώντας ταπεινά την ανεπάρκειά και το πεπερασμένο μέτρο των δυνατοτήτων μας– αποφεύγαμε την ενασχόληση με ζητήματα, που και τις πνευματικές μας δυνάμεις υπερβαίνουν, και, σε τελική ανάλυση, τη σωτηρία των αδελφών μας δεν εξυπηρετούν, αφού, κατά τον ευαγγελικό λόγο, «εις ουδέν ωφελούν, αλλά μάλλον θόρυβος γίνεται» (Ματθ. 27, 24).
_____________________________________________________________________________
ΕΡΩΤΗΣΗ 11η: Ποιος είναι ο ένας Θεός: το Πρόσωπο του Θεού Πατρός ή η Ουσία του Τριαδικού Θεού;
Η απάντηση του ερωτήματος είναι δύσκολη, γιατί οι σχετικές Πατερικές αναφορές είναι σπάνιες. Αυτό οφείλεται, κυρίως, στο γεγονός, ότι το θεολογικό ζήτημα της άχρονης πρόταξης του Προσώπου έναντι της Ουσίας δεν τέθηκε προς διερεύνηση από τις μεγάλες αρχαίες αιρέσεις, και, κατ’ επέκταση, δεν απασχόλησε κεντρικά (αλλά μόνο περιφερειακά) τη θεολογική σκέψη των μεγάλων Πατέρων και τις Οικουμενικές Συνόδους. Δεν θα ήταν, πάντως, υπερβολή, να πούμε, ότι το εν λόγω ζήτημα προέκυψε, κυρίως, μέσα από τη συνάντηση της Ορθόδοξης Θεολογίας με το φιλοσοφικό κίνημα του υπαρξισμού, στους κόλπους του οποίου αναπτύχθηκε εκτενέστατα, τόσο το θέμα της πρόταξης του Προσώπου έναντι της Ουσίας, όσο και το ζήτημα της σχέσης μεταξύ της ύπαρξης («είναι») και της γλωσσικής της διατύπωση.
Επειδή, λοιπόν, στη δική μας, κυρίως, εποχή μας τέθηκε το ζήτημα της πρόταξης του Προσώπου έναντι της Ουσίας, θα ήταν, ίσως, καλύτερο, να αναζητήσουμε τη λύση του στη μαρτυρία των συγχρόνων Αγίων (χωρίς αυτό, φυσικά, να σημαίνει, ότι δεν υπάρχουν σαφείς μαρτυρίες –αν και σπάνιες– και στους αρχαίους Πατέρες). Γι’ αυτό, και στην περίπτωση αυτή, παραπέμπουμε στο έργο του Γέροντος Σωφρονίου Ζαχάρωφ «Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί» (Κεφ. ΙΓ΄ «Περί της Υποστατικής αρχής εν τω Θείω είναι και εν τω ανθρωπίνω είναι» σελ. 293-347 εκδ. 1992).
Στο εν λόγω κεφάλαιο ο Γέρων Σωφρόνιος, όσον αφορά την άχρονη πρόταξη του Προσώπου έναντι της Θείας Ουσίας στην αιώνια Ύπαρξη της Αγίας Τριάδας, αναφέρει χαρακτηριστικά τα εξής:
· «...Η Υπόστασις συνιστά την εσωτάτην αρχήν του Απολύτου Είναι, την αρχικήν και τελικήν αυτού διάστασιν: Εγώ Ειμί το Α και το Ω , η αρχή και το τέλος, λέγει Κύριος ο Θεός, ο ων και ο ην και ο ερχόμενος, ο Παντοκράτωρ....». (σελ. 296)
· «...Η Ουσία δεν είναι το πρωτεύον ή έστω το υπερέχον εν τω Θεώ, το καθορίζον τας Υποστάσεις εις τας αμοιβαίας αυτών σχέσεις. Εν τω Θείω Είναι ουδέν υπάρχει έξω της Υποστατικής Αρχής. Το βάθος του μυστηρίου των Θείων Υποστάσεων είναι ανεξερεύνητον...». (σελ. 298-299)
· «...Εν τω Θεώ μεταξύ της Υποστατικής Αρχής και της Ουσίας υπάρχει τελεία ταύτησις. Η Ουσία εγκλείεται εν ταις Υποστάσεσιν. Ουδεμίαν έχει ύπαρξιν κεχωρισμένην εκ των Υποστάσεων. Εν τω Θείω Είναι –άκρως υποστατικώ– ο αυτοπροσδιορισμός των Θείων Υποστάσεων προέρχεται εξ αυτών των ιδίων των Υποστάσεων, και κατ’ ουδένα τρόπω προκαθορίζεται ή επιβάλλεται υπό της Ουσίας...». (σελ. 317). Από τα ανωτέρω αποσπάσματα συνάγεται με σαφήνεια η πίστη του μακαριστού Γέροντος Σωφρονίου στην πρόταξη του Προσώπου έναντι της Ουσίας στην αιώνια Ύπαρξη της Αγίας Τριάδας. Η μαρτυρία του Γέροντος Σωφρονίου είναι –κατά την κρίσης μας– από μόνη της ικανή, να αποδείξει τον Ορθόδοξο και Πατερικό χαρακτήρα της εν λόγω διδασκαλίας, που –εκτενώς και επιτυχώς– αναπτύσσεται στα έργα άλλων θεολόγων. Και λέμε, ότι είναι από μόνη της ικανή, να αποδείξει την άχρονη πρόταξη του Προσώπου του Θεού Πατρός έναντι της Θείας Ουσίας εν τη Τριάδι, γιατί είμαστε απόλυτα πεπεισμένοι, ότι ο μακαριστός γέρων Σωφρόνιος, ως εκ πείρας «γνωρίζων» το υπέρλογο μυστήριο της θεολογίας, είναι και ασφαλής μάρτυρας των όσων αναφέρει, «διδάσκων (ημάς) ως εξουσίαν έχων, και ουχ ως οι γραμματείς» (Ματ. 7, 29).
_______________________________________________________________________
ΕΡΩΤΗΣΗ 12η: Πως εκφράζεται η ελευθερία του Θεού και του ανθρώπου;
Και αυτό το ερώτημα προέκυψε, κυρίως, μέσα από τη συνάντηση της Ορθόδοξης Θεολογίας με το φιλοσοφικό κίνημα του υπαρξισμού, και αποτελεί, τρόπον τινά, τη φυσική συνέχεια του ζητήματος της πρόταξης του Προσώπου του Θεού Πατρός έναντι της Ουσίας εν τη Τριάδι. Και πάλι οι σχετικές αναφορές των Πατέρων είναι σπάνιες, και όχι ιδιαίτερα σαφείς. Νομίζουμε, πάντως, ότι –όπως και στο προηγούμενο ερώτημα– η καλύτερη δυνατή επιλογή είναι η αναζήτηση της απάντησής του στη μαρτυρία των σύγχρονων Αγίων, και, κυρίως, του Γέροντος Σωφρονίου Ζαχάρωφ, που, όπως φαίνεται στα κείμενά του, και γνώριζε το ζήτημα, και δεν δίστασε, να το προσεγγίσει θεολογικά. Η σχετική μαρτυρία του μακαριστού γέροντος βρίσκεται στο εξής σημείο (το παραθέσαμε και στο προηγούμενο ερώτημα): «...Εν τω Θείω Είναι –άκρως υποστατικώ– ο αυτοπροσδιορισμός των Θείων Υποστάσεων προέρχεται εξ αυτών των ιδίων των Υποστάσεων, και κατ’ ουδένα τρόπω προκαθορίζεται ή επιβάλλεται υπό της Ουσίας...» (σελ. 317). Στηριζόμενοι, λοιπόν, στη μαρτυρία του Γέροντος Σωφρονίου, μπορούμε, να αναπτύξουμε συνοπτικά τη σχετική με το ζήτημα της ελευθερίας του Θεού και του ανθρώπου διδασκαλία της Εκκλησίας ως εξής:
α) Ο Θεός είναι απόλυτα ελεύθερος και, ως εκ τούτου, η ύπαρξή του δεν υπόκειται σε καμία αναγκαιότητα. Η ελευθερία του Τριαδικού Θεού αποτελεί την υπαρξιακή διάσταση της άχρονης πρόταξης του Προσώπου του Θεού Πατρός έναντι της Θείας Ουσίας. Πιο απλά, ο Θεός Πατήρ «πρώτα» ορίζει τα της Ουσίας Του (δηλαδή, αποφασίζει ελεύθερα, ότι θέλει, να υπάρξει ως μία Ουσία, που θα έχει τις φυσικές ιδιότητες της αγάπης, της αιώνιας ζωής, της ταπείνωσης, της μακαριότητας κτλ, και ότι φορείς αυτών των φυσικών ιδιοτήτων θα είναι οι Φυσικές Ενέργειες της Ουσίας Του) και «ύστερα» υπάρχει. «Ταυτόχρονα» ο Θεός Πατήρ «πρώτα» ορίζει τα της Ύπαρξής Του (δηλαδή, αποφασίζει ελεύθερα, ότι θέλει, να υπάρξει ως Αγία Τριάδα) και «ύστερα» γεννά τον Υιό, και εκπορεύει το Άγιο Πνεύμα, μεταδίδοντάς Τους το πλήρωμα της Θείας Ουσίας και των Ενεργειών της. Το ιδιάζον στην περίπτωση του Τριαδικού Θεού είναι, ότι όλες αυτές οι «κινήσεις» γίνονται «αχρόνως», και, συνεπώς, το «πρώτα», το «ύστερα», και το «ταυτόχρονα», που εμείς –ως κτιστοί άνθρωποι– αναγκαζόμαστε, να χρησιμοποιήσουμε, προκειμένου να εκφράσουμε με ανθρώπινες λέξεις το μυστήριο της Άναρχης Ύπαρξης, της Αγίας Τριάδας, δεν έχουν απόλυτη, αλλά σχετική («σημαντική») σημασία. Συμπέρασμα: Η ίδια η ύπαρξη της Αγίας Τριάδας είναι η έκφραση και η απόδειξη της ελευθερίας Της. Αυτή τη μορφή ελευθέριας του Τριαδικού Θεού, που αποτελεί την υπαρξιακή διάσταση της άχρονης πρόταξης του Προσώπου του Θεού Πατρός έναντι της Θείας Ουσίας, και εκφράζεται ως απόλυτα ελεύθερος αυτοπροσδιορισμός της ύπαρξης του Όντος, χαρακτηρίζουμε ως «ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» ή «ΔΙ’ ΑΥΤΟΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ».
β) Όσον αφορά, όμως, την ύπαρξη του ανθρώπου, τα πράγματα αντιστρέφονται, αφού στην ανθρώπινη ύπαρξη έχουμε πρόταξη της Ουσίας έναντι του Προσώπου, με αποτέλεσμα την οντολογική ανελευθερία της. Πιο απλά, ο άνθρωπος δεν ορίζει μόνος του, ούτε τα της ουσίας του, ούτε τα της ύπαρξής του (κανείς, δηλαδή, ανθρωπος δεν αποφασίζει, για το αν θα υπάρξει ή όχι, και κανείς άνθρωπος δεν ορίζει το χώρο και το χρόνο της γέννησής του, το φύλο και τη σωματική του διάπλαση, τους γονείς και τα ψυχοσωματικά του χαρακτηριστικά κ.ο.κ.). Συμπέρασμα: επειδή η ανθρώπινη ύπαρξη δεν μπορεί, να υπάρξει ελεύθερα (με την οντολογική έννοια το όρου ελευθερία), ο Θεός της παραχώρησε το δικαίωμα της «δι’ ασκήσεως ελευθερίας», δηλαδή της ελευθερίας, που εκφράζεται ως επιλογή ανάμεσα στο καλό και το κακό, τη ζωή και το θάνατο. Αυτή τη μορφή ελευθερίας, που αποτελεί υπαρξιακή διάσταση της πρόταξης Ουσίας έναντι του Προσώπου, και εκφράζεται ως επιλογή ανάμεσα στο καλό και το κακό, χαρακτηρίζουμε ως «ΗΘΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» ή «ΔΙ’ ΑΣΚΗΣΕΩΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ».
Τέλος, με το θέμα της ελευθερίας του Θεού και του ανθρώπου συνδέονται –κατά την κρίση μας– και δύο ακόμα σημαντικά ζητήματα: 1ον. το ζήτημα της αναμαρτησίας του Κυρίου (Χριστός), και 2ον. το ζήτημα της Θεοδικίας (δηλαδή, το γιατί ο Θεός ανέχεται την παρουσία του κακού στη ζωή μας).
Το ζήτημα της αναμαρτησίας του Κυρίου τίθεται από πολλούς ανθρώπους με το εξής σκεπτικό: Ο Κύριος, ως άνθρωπος, υπήρξε αναμάρτητος. Αναγκαστικά, λοιπόν, συνέβη ένα από τα δύο: α) ή ο Χριστός μπορούσε, να αμαρτήσει, αλλά δεν αμάρτησε (και συνεπώς, ήταν ελεύθερος με την ηθική έννοια του όρου ελευθερία, όπως όλοι οι άλλοι άνθρωποι), β) ή ο Χριστός δεν μπορούσε, να αμαρτήσει (και, συνεπώς, δεν ήταν ελεύθερος, όπως όλοι οι άλλοι άνθρωποι, πράγμα άτοπο). Στο ερώτημα αυτό απαντάμε, ότι στην περίπτωση του Κυρίου τίποτα από τα δύο δεν συνέβη, γιατί ο Κύριος και δεν μπορούσε, να αμαρτήσει, και απόλυτα ελεύθερος ήταν. Και το λέμε, αυτό, γιατί το Θείο Πρόσωπο του Θεού Λόγου, σε αντίθεση με όλα τα άλλα ανθρώπινα πρόσωπα, προηγείται, όχι μόνο της Θείας, αλλά και της ανθρώπινης φύσης του Κυρίου. Ως εκ τούτου, ο Κύριος ήταν ο μόνος άνθρωπος, που, επειδή πριν από την ενανθρώπησή Του υπήρχε ως Θεός, όρισε και τα της ανθρώπινης ύπαρξής Του (δηλαδή, ο Θεός Λόγος αποφάσισε ελεύθερα, για το αν θα υπάρξει ως άνθρωπος ή όχι, όρισε το χώρο και το χρόνο της γέννησής Του, το φύλο και τη σωματική του διάπλαση, επέλεξε την Παναγία Μητέρα Του και τα ψυχοσωματικά του χαρακτηριστικά κ.ο.κ.). Συνεπώς, επειδή ο Θεός Λόγος, όχι μόνον ως Θεός, αλλά και ως Θεάνθρωπος (Χριστός), ήταν ελεύθερος με την οντολογική (και όχι με την ηθική) έννοια του όρου ελευθερία, δεν μπορεί, να τίθεται θέμα δυνατότητας ή αδυναμίας επιλογής Του ανάμεσα στο καλό και το κακό, αφού η ελευθέρια Του –σε αντίθεση, επαναλαμβάνω, με την ελευθερία των άλλων ανθρώπων– εκφράζεται όχι «δι’ ασκήσεως» (ηθική ελευθέρια), αλλά «δι’ αυτοπροσδιορισμού» της ύπαρξης (οντολογική ελευθερία).
Το ζήτημα, τέλος, της «Θεοδικίας» (το γιατί, δηλαδή, ο Θεός ανέχεται την παρουσία του «κακού» στη ζωή μας), αποτελεί ένα από πιο βασανιστικά θεολογικά και φιλοσοφικά ερωτήματα. Η σχετική απάντηση της Ορθόδοξης Θεολογίας μπορεί, να αποδοθεί συνοπτικά, ως εξής:
Το κακό δεν είναι δημιούργημα του Θεού, αλλά –σε όλες τις μορφές του– πηγάζει από τη λανθασμένη χρήση της ανθρώπινης ελευθερίας. Για αυτό το λόγο, η πραγματική αιτία της δυστυχίας των ανθρώπων δεν είναι η έλλειψη αγάπης και ευσπλαχνίας εκ μέρους του Θεού, αλλά ο τρόπος με τον οποίο οι ίδιοι οι άνθρωποι ασκούν το δικαίωμα της ελευθερίας τους. Η άσκηση της ανθρώπινης ελευθερίας ευθύνεται για τη διεξαγωγή των πολέμων. Η άσκηση της ανθρώπινης ελευθερίας ευθύνεται για την κοινωνική αδικία. Η άσκηση της ανθρώπινης ελευθερίας ευθύνεται για την οικολογική καταστροφή, που απειλεί τη γη μας, και, γενικά, η άσκηση της ανθρώπινης ελευθερίας ευθύνεται για όλες τις μορφές του κακού, που βασανίζουν τον άνθρωπο. Όταν, συνεπώς, θέτουμε ερωτήματα, όπως: Γιατί ο Θεός επιτρέπει, να γίνονται πόλεμοι; Ή γιατί ο Θεός επιτρέπει, να πεθαίνουν από την πείνα τα παιδιά στην Αφρική; Ή γιατί ο Θεός δεν σώζει τους ανθρώπους, που επικαλούνται τη βοήθειά Του; Είναι σαν να ρωτάμε: «ΓΙΑΤΙ Ο ΘΕΟΣ ΣΕΒΕΤΑΙ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ;» (δηλαδή, γιατί μας αναγνωρίζει το δικαίωμα, να επιλέγουμε το κακό;). Ο Θεός μας αφήνει να επιλέγουμε το κακό, γιατί αν δεν μας αφήσει, να το επιλέξουμε, είναι σαν να μας αφαιρεί το δικαίωμα της ελευθερίας (ηθική ελευθερία), και αν από τον άνθρωπο αφαιρεθεί το δικαίωμα άσκησης της ελευθερίας, τότε αυτό που απομένει, δεν είναι, πλέον, άνθρωπος, αφού αναιρείται το «αυτεξούσιον», που αποτελεί μία από τις βασικότερες υπαρξιακές εκφράσεις του «κατ’ εικόνα» και του «καθ’ ομοίωσιν». Πιο απλά, αποτυχία του σχεδίου του Θεού για τον άνθρωπο δεν είναι μία ενδεχόμενη αποτυχία του ανθρώπου, να φθάσει από το «κατ’ εικόνα» στο «καθ’ ομοίωσιν», αλλά μία ενδεχόμενη ανελεύθερη Θέωσή του (δηλαδή, μια Θέωση που συντελείται αναγκαστικά, χωρίς τη ελεύθερη συγκατάθεση του ανθρώπου).
Προς απόδειξη των ανωτέρω επικαλούμαστε –για μία ακόμη φορά– τη μαρτυρία του Γέροντος Σωφρονίου Ζαχάρωφ (βλπ. «Περί Προσευχής», κεφ. «Η προσευχή ως οδός προς την γνώσιν» σελ. 51-54, εκδ. 1993), ο οποίος αναφέρει τά εξής: «...Μη διαβλέπων την δικαιοσύνην του Θεού εις τα πεπρωμένα της ανθρωπότητος και ενός εκάστου των ανθρώπων εν γένει, κατεπονούμην εν τω σκότει, όπερ εκυρίευσεν εμού...Ιδού μία εκ των περιπτώσεών μου: Τούτο συνέβη εν Γαλλία, περί το έτος 1925, προ της εις Άθω αναχωρήσεώς μου. Επί μακρόν προσευχόμην μετά κλαυθμού εις τον Θεόν: Ευρέ μέσον να σώσης τον κόσμον, πάντας ημάς τους διεφθαρμένους και αξέστους. Ιδιαιτέρως ζέουσα ήτο η προσευχή δια τους μικρούς τούτους, δια τους πτωχούς και εξουθενημένους. Προς το τέλος της νυκτός, ότε ήδη εξηντλούντο αι δυνάμεις μου, επί τινα χρόνον εταράσσετο η προσευχή μου εκ της επερχομένης εις εμέ σκέψεως: Εάν εγώ ούτω, δι’ όλης της δυνάμεως της καρδίας μου, συμπάσχω μετά της ανθρωπότητος, πώς να θεωρήσω δυνατόν, ότι ο Θεός βλέπει αδιαφόρως την κάκωσιν πολλών εκατομμυρίων υπ’ Αυτού κτισθέντων ανθρώπων; Δια τι Ούτως επιτρέπει τας αμέτρους βιαιότητας εν τω κόσμω; Ούτως εστράφην προς Αυτόν μετά της παράφρονος ερωτήσεως: Που είσαι Συ; Εις απάντησιν ήκουσα εν τη καρδία μου τους λόγους: Μήπως συ εσταυρώθης δι’ αυτούς; Οι πράοι ούτοι λόγοι ηχηθέντες δια του Πνεύματος εν τη καρδία μου συνεκλόνισαν εμέ. Ο σταυρωθείς απήντησεν εις εμέ ως Θεός. Βραχεία η απάντησις, αλλ’ ο λόγος του Θεού φέρει εις την ψυχήν νέαν, ιδιαιτέραν αίσθησιν του είναι. Η καρδία λαμβάνει πείραν πληρώματος φωτοφόρου ζωής. Ο νους αίφνης συλλαμβάνει κεκρυμμένα εως τότε νοήματα....και είδον εν πνεύματι ότι η αιτία των αλύτων βασάνων των ανθρώπων δεν ήτο η απουσία ευσπλαχνίας προς ημάς εκ μέρους του Θεού, αλλά αποκλειστικώς και μόνον η κατάχρησις υπό του ανθρώπου του δώρου της ελευθερίας, όπερ δεν ήρθη αφ’ ημών εισέτι και εν τη πτώσει ημών. Εν τη διαμάχη μου μετ’ Αυτού, Ούτος ενίκησε...».
ΤΩ ΕΝ ΤΡΙΑΔΙ ΑΓΙΩ ΘΕΩ ΗΜΩΝ,
ΔΟΞΑ, ΤΙΜΗ, ΚΑΙ ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΙΣ,
ΕΙΣ ΑΙΩΝΑΣ ΑΙΩΝΩΝ,
ΠΑΝΤΩΝ ΕΝΕΚΕΝ.
________________________________
Υ.Γ. Το ανωτέρω κείμενο αποτελεί μια μικρή συμβολή στον αγώνα για τη βαθύτερη κατανόηση της Ορθόδοξης Πίστης, και αποσκοπεί στην ανάπτυξη της πνευματικής αυτοσυνειδησίας του λαού μας. Οι θεολογικές του θέσεις απηχούν μόνο τις προσωπικές απόψεις του συντάκτη του, και δεν έχουν λάβει καμία επίσημη εκκλησιαστική αναγνώριση. Παρακαλούνται οι φίλοι/λες αναγνώστες/τριες, να δεχθούν μέσα από αυτό, ως «φιλάδελφον προσφοράν», ότι αποτελεί γνήσια έκφραση της Θεολογίας των Αποστόλων, των Πατέρων, και των Αγίων, και να δικαιολογήσουν τα τυχόν σφάλματα και τις ελλείψεις του.
Μιχαήλ Μπερκουτάκης